Τετάρτη, 19 Απριλίου 2017

Η κυβέρνηση και ο ΣΥΡΙΖΑ αντιμέτωποι με τα όρια των πεποιθήσεων της Αριστεράς

Η κυβέρνηση και ο ΣΥΡΙΖΑ αντιμέτωποι με τα όρια των πεποιθήσεων της Αριστεράς

Δημήτρης Γιατζόγλου *
ICONPRESS/ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΑΧΟΣ
Το μόνο που δεν χρειάζεται ο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα είναι η απόπειρα να φιλοτεχνήσει και αυτός, ως αριστερή δύναμη, ένα δικό του success story. Oύτε ο κόσμος περιμένει από αυτόν κάτι τέτοιο – είδαμε πώς αξιολόγησε την αντίστοιχη αφήγηση των Σαμαρά-Βενιζέλου.

Η κοινωνία ξέρει ότι η τωρινή διαπραγμάτευση είναι μια μάχη αποτροπής της ολοκληρωτικής κατάρρευσης. Και είναι, δικαιολογημένα, αμφίθυμη. Καταλαβαίνει –με τον δικό της τρόπο– ότι η έξοδος από την έρημο της κρίσης και της παρακμής απαιτεί έναν μακροχρόνιο αγώνα «θέσεων και ελιγμών»· ότι ο επόμενος εκλογικός κύκλος δεν θα εξαντλήσει τον πολιτικό κύκλο της κρίσης· ότι η σημασία της διαπραγμάτευσης έγκειται στο αν ο κόσμος της εργασίας και οι λαϊκές τάξεις θα πολεμήσουν διαθέτοντας κάποια θετικά κεκτημένα.


Και αυτό που θα κληθεί να αποφασίσει στις εκλογές, όποτε γίνουν, είναι το ποιος κοινωνικο-πολιτικός συνασπισμός πρέπει και μπορεί να ηγηθεί σ’ αυτόν τον αγώνα. Ως προς αυτό, η πρωτοβουλία των κινήσεων εξακολουθεί να ανήκει –ακόμα– στον ΣΥΡΙΖΑ.

Ο ΣΥΡΙΖΑ το 2015 αποδέχθηκε έναν δυσβάσταχτο συμβιβασμό. Η αποδοχή ήταν πολιτική επιλογή της πλειοψηφίας του. Επιλογή απέναντι στην εναλλακτική της «ρήξης», της εθνοκεντρικής αναδίπλωσης, της εγκατάλειψης του «στρατηγικού του παραδείγματος», της άτακτης χρεοκοπίας. Επιλογή συνειδητή, με βαριά καρδιά, αλλά με ανοιχτά μάτια· που μέτρησε το αμφίθυμο του λαϊκού φρονήματος και την αδυναμία σύναψης αποτελεσματικών πολιτικών συμμαχιών στην Ελλάδα και στην Ευρώπη.

Αντιμέτωπος με την εξοντωτική διάσταση μεταξύ της ευθύνης του να μην εγκαταλείψει την κοινωνία ανυπεράσπιστη σε έναν ισοπεδωτικό νεοφιλελευθερισμό και της πεποίθησής του ότι η στρατηγική της διαρκούς κοινωνικής απορρύθμισης δεν βγάζει πουθενά, επέλεξε την ευθύνη –σε βαθμό μάλιστα που πολλές φορές η πεποίθηση γινόταν δυσδιάκριτη– προκειμένου «να σώσει οτιδήποτε αν σώζεται».

Την επιλογή του δεν την εκλογίκευσε πειστικά και με θάρρος. Δεν την κοινωνικοποίησε με επάρκεια. Δεν μπόρεσε να ενσωματώσει σ’ αυτήν μιαν κοινωνική δυναμική. (Πράγματα εύκολα βέβαια να τα εκφωνείς και δύσκολα να τα πραγματοποιείς). Αυτό που κυριαρχούσε, κατά κανόνα, ήταν το μοτίβο της «μη πατρότητας» του προγράμματος και του καταναγκασμού – μόνο που αυτό το μοτίβο μπορεί να προκαλεί συμπάθεια αλλά δεν συγκροτεί ενεργητικές πλειοψηφίες στήριξης.

Αυτό που δεν αναδείχθηκε ήταν ότι «τα μνημόνια δεν εξαλείφουν κάθε κρίσιμη πολιτική διαφοροποίηση», σε ζητήματα όπως ο προοδευτικός εκσυγχρονισμός των θεσμών, τα λεγόμενα «εθνικά θέματα» και οι εξοπλισμοί, οι σχέσεις με την Εκκλησία και άλλα, όπου δεν υπάρχουν μνημονιακές υποχρεώσεις και ως εκ τούτου οι καθυστερήσεις, οι αδράνειες και τα πισωγυρίσματα που σημειώνονται, δικαίως εκλαμβάνονται από τη συντριπτική πλειονότητα του κόσμου της Αριστεράς ως έλλειψη πολιτικής βούλησης για σύγκρουση με αρχαϊκές-συντηρητικές εξουσίες ή καλά εδραιωμένα συμφέροντα.

Επιλέγοντας να αντιπαρατεθεί στο πολιτικό πρόγραμμα της λιτότητας και της υπό όρους δημοκρατίας στο πεδίο που ορίζεται από το ίδιο, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει οδηγήσει τη διαχείριση της αντίφασής του στα όρια των πεποιθήσεών του. Η διάρρηξη των ορίων θα υπονομεύσει αναπόφευκτα την αποτελεσματική άσκηση της ευθύνης του και θα αποσαθρώσει την ταυτότητά του, επομένως και την πολιτική του αυτονομία.

O ΣΥΡΙΖΑ απορρίπτει τον μονόδρομο της λιτότητας και της μεταδημοκρατίας. Ασκησε και ασκεί μια αναλυτική κριτική στα νεοφιλελεύθερα δόγματα. Αυτό δεν αναιρείται από την επιλογή να διαπραγματευθεί, για να κερδίζουν, βήμα με βήμα και στιγμή με στιγμή, «χώρο και χρόνο», οι ανάγκες των πιο αδύναμων. Δηλώνει ένα στρατηγικό πρόταγμα, το οποίο διαρκώς υπενθυμίζει ότι η Αριστερά δεν θα προσυπογράψει ούτε τη διαρκή αιχμαλωσία της οικονομίας στον φαύλο κύκλο «δημοσιονομικών προσαρμογών»-ύφεσης ούτε την πολιτική συνδιαχείριση με θεσμούς υποτιθέμενης πολιτικής «ουδετερότητας» και με τους μηχανισμούς του βαθέος κράτους.

Ολα αυτά πρέπει ο ΣΥΡΙΖΑ να τα υπενθυμίσει και να τα ξαναπεί τώρα. Τώρα που η διαπραγμάτευση ακροβατεί, που η Ν.Δ. επιχειρεί να διασκεδάσει την αμηχανία μιας άδειας πολιτικής ατζέντας με απειλές και αναθέματα και που διάφοροι πολιτικοί νομάδες του «μεσαίου χώρου» προετοιμάζουν την προσχώρησή τους στον «αστικό πολιτικό πόλο».

Να μιλήσει στην κοινωνία για τα αυτονόητα: Οτι οι δανειστές, σε αντίθεση με τους εγχώριους συνοδοιπόρους τους, δεν φαίνεται να θεωρούν «ανώδυνες και ασήμαντες» τις διεκδικήσεις και τα όρια που θέτει η κυβέρνηση, γι’ αυτό και σπεύδουν κάθε φορά να προσθέτουν και νέες απαιτήσεις για να κλείσουν τις ρωγμές.

Οτι το πολιτικό επίδικο της διαπραγμάτευσης από τη μεριά τους είναι η πλήρης ομογενοποίηση των πολιτικών δυνάμεων με συνεκτική ουσία την ιδεολογία της αέναης, εξυγιαντικής λιτότητας. Οτι οι Αριστεροί δεν μπορούμε να το αποδεχτούμε και να γίνουμε κάποιοι «άλλοι». Οτι δεν μπορούμε να εγκαταλείψουμε τις κοινωνικές μας αναφορές άθυρμα και λάφυρο στην εξουσιαστική δίψα της Δεξιάς και δεν θα το κάνουμε.

Με αυτά ως δεδομένα, η κυβέρνηση οφείλει να απαιτήσει στις διαπραγματεύσεις με τους δανειστές την άμεση ολοκλήρωση της διαπραγμάτευσης, με την αποδοχή των απολύτως ορθολογικών της προτάσεων (για μικρότερα πρωτογενή πλεονάσματα, για την ανακούφιση του χρέους, την προστασία της εργασίας, τη μη περικοπή των συντάξεων και του αφορολόγητου κ.λπ.) που σκιαγραφούν μια ελάχιστη κοινωνική προστασία και μια δυνατότητα ανάταξης της χώρας.

Μάλιστα, σε αυτούς τους στόχους μπορεί και πρέπει να ζητήσει με τρόπο δεσμευτικό θεσμικά τη συμφωνία και της αντιπολίτευσης, κι ας αναλάβει ο κ. Μητσοτάκης και οι υπόλοιποι το κόστος από τυχόν άρνησή τους να στηρίξουν τις διαπραγματευτικές θέσεις της χώρας.

Με επίγνωση ότι αν κι αυτή τη φορά οι δανειστές επιμείνουν στις αδιάλλακτες θέσεις τους και στην απόρριψη των ελληνικών θέσεων, η μόνη διέξοδος που απομένει είναι η άμεση προσφυγή στις κάλπες. Για μια τέτοια εξέλιξη πρέπει από τώρα να προετοιμάζονται το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ και ο κόσμος της Αριστεράς.

Δεν υπάρχει εδώ καμιά δραματοποίηση. Αυτός ο διαρκής εκφυλισμός της πολιτικής αντιπαράθεσης με ψευδώνυμα και αποκρύψεις οδηγεί την κοινωνία στη διευρυμένη αποξένωσή της από την πολιτική και το πολιτικό σύστημα σε μια διαλυτική και επικίνδυνη αστάθεια. Και ο ΣΥΡΙΖΑ και οι άλλοι θα κληθούν να θέσουν τις διαφορετικές τους «αφηγήσεις» στη δοκιμασία της λαϊκής ετυμηγορίας. Και έτσι να επανιδρύσουν όλοι τη σχέση τους με τους πολίτες στη βάση σαφών προγραμματικών επιλογών και δεσμεύσεων.

Πιστεύω ότι αυτό είναι μια ορθολογική επιλογή. Δεν βλέπω γιατί θα έπρεπε να αφήσουμε την κοινωνία και τη χώρα σ’ έναν αργόσυρτο θάνατο από πολιτική και οικονομική ασφυξία. Ο ΣΥΡΙΖΑ εξάντλησε κάθε περιθώριο της πολιτικής του ευθύνης, όπως αυτός την αντιλαμβάνεται. Στις εκλογές η νίκη δεν προεξοφλείται. Μπορεί και πρέπει όμως να αποτραπεί μια πολιτική ήττα ιστορικής κλίμακας της κοινωνίας και της Aριστεράς. Και οι πολίτες αυτό το καταλαβαίνουν, σε πείσμα των οιωνοσκόπων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου