Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

«Η Ελλάδα δεν θα τα καταφέρει μόνη της. Ούτε κι εμείς χωρίς την Ελλάδα...»

«Η Ελλάδα δεν θα τα καταφέρει μόνη της. Ούτε κι εμείς χωρίς την Ελλάδα...»

Αξελ Τρόοστ*
Το ελληνικό ζήτημα και το μέλλον της χώρας στο ευρώ έχουν δυστυχώς επανέλθει χωρίς λόγο στο προσκήνιο. Το ΔΝΤ επιδιώκει ελάφρυνση του χρέους και όχι άλλη λιτότητα, η οποία όμως θα ήταν αναγκαία βάσει των απαισιόδοξων προγνώσεών του για την τήρηση των δημοσιονομικών μέτρων.
Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί κρίνουν την εξέλιξη της οικονομίας με περισσότερη αισιοδοξία, το Eurogroup αρνείται όμως να χαλαρώσει τους δημοσιονομικούς στόχους (δηλ. να μειώσει το απαιτούμενο πρωτογενές πλεόνασμα από 3,5% σε 1,5% του ΑΕΠ, όπως ζητά το ΔΝΤ) και να προβεί σε ουσιαστικές ελαφρύνσεις του χρέους.
Καθώς τέτοιες διαφωνίες επιλύονται περισσότερο ανάλογα με τους συσχετισμούς δυνάμεων απ' ό,τι με αντικειμενικά κριτήρια, δεν πρέπει να μας εκπλήσσει το ότι τώρα διαφαίνεται μια συμφωνία η οποία θα ζητά από την Ελλάδα περαιτέρω μεταρρυθμίσεις.
Ο αναπληρωτής πρόεδρος του Die Linke Αξελ Τροοστ (αριστερά) με τον Ευκλείδη Τσακαλώτο και δημοσιογράφουςΟ αναπληρωτής πρόεδρος του Die Linke Αξελ Τροοστ (αριστερά) με τον Ευκλείδη Τσακαλώτο και δημοσιογράφους | 
Σε αυτή την αντιμαχία, ούτε που ακούγονται οι απόψεις της ελληνικής πλευράς, καθώς η Ελλάδα, ως ο πλέον ανίσχυρος εμπλεκόμενος, είναι ευάλωτη σε εκβιασμούς. Τον Ιούλιο, η κυβέρνηση θα χρειαστεί φρέσκο χρήμα για να αποπληρώσει ένα δάνειο δισεκατομμυρίων. Ετσι, αναγκάζεται επανειλημμένα να αποδεχθεί μέτρα τα οποία μέχρι πρότινος απέρριπτε.
Ταυτόχρονα, η ελληνική κυβέρνηση δικαιολογημένα τρέφει κάποιες ελπίδες για μια ελάφρυνση του χρέους – σαν φως στο τέλος του τούνελ. Το ΔΝΤ πάντως επανέλαβε πρόσφατα πως το εννοεί σοβαρά.[1] Ακόμα και αν η ελάφρυνση του χρέους δρομολογηθεί μετά τη λήξη του προγράμματος το 2018, οι υπόλοιποι πιστωτές θα πρέπει να δεσμευτούν με απτό τρόπο για να εξασφαλίσουν τη νέα συμμετοχή του ΔΝΤ.

Το Grexit ως απειλή

Με αυτό το παρασκήνιο ξέσπασε και στη Γερμανία εκ νέου η συζήτηση για τη συνέχιση του ελληνικού προγράμματος. Αυτό οφείλεται κυρίως στις αντιδραστικές δυνάμεις εντός της Χριστιανοδημοκρατικής και της Χριστιανοκοινωνικής Ενωσης (CDU και CSU). Το 2015 πολλοί συντηρητικοί βουλευτές είχαν αρνηθεί να υπερψηφίσουν το πρόγραμμα.
Αυτό εξηγεί επίσης γιατί ο Σόιμπλε, ενώ στις αρχές Ιανουαρίου σκεφτόταν ακόμα να αναθέσει αποκλειστικά στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας τη συνέχιση του προγράμματος χωρίς το ΔΝΤ,[2] αναγκάστηκε να υπαναχωρήσει σχετικά γρήγορα.
Το αποκορύφωμα της ξεδιαντροπιάς αποτέλεσε ένα δελτίο Τύπου του οικονομικού συμβουλίου του CDU, το οποίο απειλούσε ευθέως την Ελλάδα με αποπομπή από το ευρώ σε περίπτωση μη συμμετοχής του ΔΝΤ.[3] Ούτε και η πρόταση Σόιμπλε για «διακοπές από το ευρώ» με την οποία εκβίαζε την πρώτη κυβέρνηση Τσίπρα έχει ξεχαστεί.
Με αυτό το υπόβαθρο έγιναν οι αμφιλεγόμενες δηλώσεις της Σάρα Βάγκενκνεχτ. Μια συνέντευξή της συνοψίστηκε από το ειδησεογραφικό πρακτορείο DPA υπό τον τίτλο «Η Βάγκενκνεχτ συνιστά τον αποχαιρετισμό της Ελλάδας στο ευρώ»[4] με αφορμή την εξής δήλωση:
«Για το εάν η Ελλάδα συνεχίζει να θεωρεί τις προοπτικές της εντός του πολύ σκληρού για την εθνική της οικονομία νομίσματος του ευρώ, πρέπει να αποφασίσει σε τελική ανάλυση ο ελληνικός πληθυσμός. Πάντως αρκετά στοιχεία συνηγορούν υπέρ του ότι μια οικονομική ανάκαμψη θα ήταν αρκετά πιο εύκολη εκτός αυτού του κορσέ».[5]
Στην Ελλάδα, μέρη του Τύπου χρησιμοποίησαν τη συνέντευξη, η οποία μόνο παρεμπιπτόντως έθιξε το ευρώ, για να εξαπολύσουν μια επίθεση στην ελληνική κυβέρνηση. Προς την ίδια κατεύθυνση κινήθηκε ένα δελτίο Τύπου της Νέας Δημοκρατίας: «Σε κάθε περίπτωση να υποθέσουμε πως το “Die Linke” ανήκει πλέον στους “ακραίους κύκλους της Ευρώπης, στους προδότες και τους ανόητους”, όπως πολλάκις ο ίδιος ο κ. Τσίπρας έχει πει;»[6] Στο ίδιο μήκος κύματος και το ΠΑΣΟΚ: «Τι έχει να πει ο κύριος Τσίπρας και ο κύριος Παπαδημούλης για τις δηλώσεις του γερμανικού αδερφού κόμματος του ΣΥΡΙΖΑ, “Die Linke”, που προτείνει έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ;».[7]
Die Link
Επιτρέψτε μου να ενημερώσω τα κόμματα της αντιπολίτευσης πως στο δικό μου κόμμα η πολυφωνία είναι επιτρεπτή και θεμιτή. Σε ένα φυσικά και συμφωνώ με τη Σάρα Βάγκενκνεχτ: Η απόφαση για την παραμονή στην ευρωζώνη είναι αποκλειστικά κυρίαρχη απόφαση του ελληνικού λαού, η οποία εφαρμόζεται από την εκλεγμένη κυβέρνησή του.
Αλλά δεν μπορώ παρά να διαψεύσω ως αναληθείς και κακή επικοινωνιακή στρατηγική τις ανακοινώσεις της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ, σύμφωνα με τις οποίες η τοποθέτηση υπέρ ενός Grexit αποτελεί δήθεν επίσημη θέση του κόμματός μου. Πόσο μάλλλον όταν τέτοιες μομφές προέρχονται από αυτούς, ο (όχι μόνο επικοινωνιακός) ερασιτεχνισμός των οποίων ευθύνεται για τη σημερινή καταστροφή. Τι να πω, μάλλον μας μπέρδεψαν με τους δικούς τους εταίρους.

Γιατί μια έξοδος από το ευρώ δεν αποτελεί λύση για την Ελλάδα

Πέρα από το –σημαντικό– πολιτικό επιχείρημα πως η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού της Ελλάδας απορρίπτει ένα Grexit, μια τέτοια προσέγγιση δεν είναι πειστική ούτε από οικονομολογικής άποψης.
Στο σύγγραμμα «Μια αλληλέγγυα Ευρώπη είναι επίσης δυνατή»,[8] το οποίο εκπονήσαμε από κοινού με σεβαστές προσωπικότητες του ευρέος προοδευτικού χώρου, αφιερώνουμε ένα ειδικό κεφάλαιο στο ζήτημα της εξόδου από το ευρώ.
Σε αυτό επιχειρηματολογούμε πως η υποτίμηση του νομίσματος που γίνεται δυνατή μετά από μια έξοδο θα βελτίωνε την ανταγωνιστικότητα μιας χώρας μόνο εφόσον οδηγήσει σε μακροπρόθεσμη μείωση των πραγματικών μισθών. Ακριβώς αυτό θέλουν να αποφύγουν οι επικριτές των προγραμμάτων διάσωσης του ευρώ.
Περαιτέρω επιχειρήματα παρέχει μεταξύ άλλων το Ιδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ.[9] Η υποτίμηση του νομίσματος δεν είναι ο ήπιος, «ανώδυνος» δρόμος προς τη δημοσιονομική προσαρμογή, αλλά ο πιο «διακριτικός», χωρίς να σημαίνει όμως λιγότερες περικοπές.
Αλλά τι θα σήμαινε μια υποτίμηση για την καθημερινότητα στην Ελλάδα μετά από ένα Grexit; Εάν υποθέσουμε μια υποτίμηση στο ύψος αυτής του πέσο της Αργεντινής (70%), θα σήμαινε πολύ απλά πως οι τιμές όλων των εισαγόμενων αγαθών θα τριπλασιάζονταν. Και τέτοια αγαθά δεν είναι μόνο οι ηλεκτρονικές συσκευές, τη χρήση των οποίων έχουμε όλοι μας συνηθίσει στην καθημερινότητα, αλλά και τρόφιμα τα οποία εισάγει η Ελλάδα.
Μια τέτοια υποτίμηση θα ήταν ισοδύναμη με μια περικοπή των μισθών και συντάξεων κατά 70% ως προς την αγοραστική τους δύναμη για εισαγόμενα προϊόντα. Αυτοί που δεν εξαρτώνται από τον μισθό ή τη σύνταξή τους φυσικά δεν θα ένιωθαν τις συνέπειες. Και η οικονομία μάλλον κάποτε θα ανέκαμπτε, αλλά στο επίπεδο μισθών και διαβίωσης των γειτονικών χωρών.
Αυτό θα ήταν το τίμημα για την ανάκτηση της νομισματικής κυριαρχίας. Θα δεχόταν ο πληθυσμός να το καταβάλει; Ενα Grexit δεν θα ήταν η συντέλεια του κόσμου, η υποτίμηση της νέας δραχμής όμως σίγουρα δεν θα ήταν πανάκεια, όπως συχνά πιστεύεται.
Εκτός αυτού, ένα κράτος δεν θα αποκτούσε περισσότερη ανεξαρτησία στην οικονομική και δημοσιονομική του πολιτική μετά από μια έξοδο από το ευρώ. Η Ελλάδα θα αναγκαζόταν να δανείζεται στις διεθνείς κεφαλαιαγορές με σαφώς υψηλότερα επιτόκια επί των ομολόγων της. Παράλληλα, το δημόσιο χρέος –υπολογισμένο σε εθνικό νόμισμα– θα αυξανόταν σημαντικά. Το ίδιο ισχύει και για τις πιστώσεις του ιδιωτικού τομέα.
Η Ελλάδα θα έπεφτε δηλαδή σε μια παγίδα τόκων και χρεών και η κυβέρνηση της χώρας, ανεξάρτητα από τον πολιτικό προσανατολισμό της, θα αναγκαζόταν να εφαρμόσει μια δραστική πολιτική λιτότητας. Πολύ πιθανώς θα ήταν εξαρτημένη από πιστώσεις διεθνών θεσμών, όπως το ΔΝΤ, με αντάλλαγμα περισσότερους όρους και περικοπές.
Σε ένα παρόμοιο συμπέρασμα καταλήγουν και οι Flassbeck και Λαπαβίτσας (με τους οποίους διαφωνώ σε άλλα σημεία) σε μία μελέτη τους για το ευρώ:
«Η προοπτική να πρέπει να ζητηθεί βοήθεια από το ΔΝΤ, σύντομα αφότου η Τρόικα παύσει να αποφασίζει για τη χώρα, θα ήταν εφιαλτική. Αλλά αυτή η προοπτική δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί, καθώς οι απρόβλεπτοι παράγοντες μιας αποχώρησης και η αβεβαιότητα όσον αφορά το μέλλον της χώρας μπορούν βραχυπρόθεσμα να μειώσουν έντονα τη ζήτηση για το νόμισμά της. Για να αποκλειστεί μία τέτοια αρνητική συνέπεια, θα ήταν μάλιστα σκόπιμη η διάθεση ενός διχτυού ασφαλείας από τις άλλες χώρες της ΕΕ.»[10]
Η ρήξη με την τρόικα και η έξοδος από το ευρώ είναι δηλαδή δυνατή, θα πρέπει όμως να υποστηριχθεί από τους υπόλοιπους εταίρους στην Ε.Ε. Πώς να φανταστούμε όμως μια τέτοια αποχώρηση, ποιος πρόκειται να υποστηρίξει την Ελλάδα σήμερα; Πού είναι οι εταίροι που θα στήριζαν την Ελλάδα σε ώρα ανάγκης; Η ιδέα μιας συνεργατικής εξόδου από το ευρώ δεν αποτελεί παρά ευσεβή πόθο.

Η πραγματική αλληλεγγύη φαίνεται σε δύσκολους καιρούς

Συχνά η ελληνική και η γερμανική πλευρά μιλούν περισσότερο η μία για την άλλη απ’ ό,τι η μία με την άλλη. Αντ’ αυτού θα μπορούσαμε να ανταλλάξουμε γνώσεις και εμπειρίες από τους αγώνες μας και να υποστηρίξουμε ο ένας τον άλλο.
Γιατί τι αξία έχει η διεθνής αλληλεγγύη, εάν μετά την ήττα του καλοκαιριού του 2015, όταν η εξέγερση της ελληνικής κυβέρνησης πατάχθηκε με τόσο βίαιο τρόπο, στρέψουμε απογοητευμένοι αλλού το βλέμμα και εγκαταλείψουμε αυτούς που τότε έφεραν την ελπίδα για αλλαγή να αντιμετωπίζουν τις δυσχέρειες μόνοι τους;
Τα τελευταία χρόνια είχα την ευκαιρία να συσφίγξω επαφές με την ελληνική πλευρά σε περισσότερες συναντήσεις εργασίας και δεν μπορώ παρά να εκφράσω τον σεβασμό μου για την ακούραστη και επίμονη πάλη της ενάντια στους «θεσμούς». Πρέπει να ενισχύσουμε τη συνεργασία με αριστερά εγχειρήματα στην Ευρώπη και να δημιουργήσουμε αξιόπιστους διαύλους επικοινωνίας. Μόνο έτσι θα γίνουν δυνατές η αμοιβαία κατανόηση και η γόνιμη συνεργασία.
Φυσικά και είναι επιτρεπτό και διδακτικό να αφιερώνουμε σκέψεις σε σενάρια εξόδου από το ευρώ. Στο Die Linke είχαμε παρόμοιες συζητήσεις από το 2015. Ο τότε πρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας και σημερινός πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, Gregor Gysi, ο σημερινός συμπρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας, Dietmar Bartsch, οι συμπρόεδροι του κόμματος, Bernd Riexinger και Katja Kipping, όλοι τους όπως κι εγώ ταχθήκαμε από την αρχή κατά φαντασιώσεων περί Grexit.[11,12,13,14] Η σύσταση αποχαιρετισμού στο ευρώ αποτελεί μια επικίνδυνη μεμονωμένη κίνηση και όχι θέση του Die Linke.
Η οργή και η έλλειψη προοπτικών σε μια νεοφιλελεύθερη Ευρώπη δεν πρέπει να μας φέρουν στο σημείο να αναζητήσουμε διέξοδο σε εικονικές λύσεις. Και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να βοηθήσουμε τους συντηρητικούς να προκαλέσουν πολιτικά ή ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία ένα «Grexident».
Εμείς στο Die Linke αγωνιζόμαστε για μια πολιτική αλλαγή στη Γερμανία, μια χώρα η οποία είναι κινητήρια δύναμη για τη διάδοση του νεοφιλελεύθερου οικονομικού μοντέλου στην Ευρώπη.
Δεν πρόκειται να χτυπήσουμε πισώπλατα αυτούς που αγωνίζονται στη Νότια Ευρώπη –μέσα σε έναν κορσέ που επιβάλλει και η «δική μας» χώρα– για μια εναλλακτική προσέγγιση, όσες ατέλειες κι αν έχει αυτή. Για μερικές ψήφους δεν θα ανοίξουμε το εθνικιστικό κουτί της Πανδώρας. Η Ελλάδα δεν θα τα καταφέρει μόνη της. Ούτε κι εμείς χωρίς την Ελλάδα.
*Αναπληρωτής πρόεδρος του κόμματος της γερμανικής Αριστεράς (Die Linke) και κοινοβουλευτικός εκπρόσωπός του για οικονομικά ζητήματα στην Μπούντεσταγκ (γερμανική Βουλή)
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου