Γιατί στις Βρυξέλλες και στο Βερολίνο παρομοιάζουν με «Ευρωπαίο Τσάβες» τον συντηρητικό πρωθυπουργό της Ουγγαρίας
Του Πετρου Παπακωνσταντινου

Ο
πρωθυπουργός της Ουγγαρίας, της χώρας που ανέλαβε την ευρωπαϊκή
προεδρία για το πρώτο εξάμηνο του 2011, έγινε το αλεξικέραυνο μύριων
όσων επιθέσεων, μεταξύ άλλων από την Αγκελα Μέρκελ, τις κυβερνήσεις
Γαλλίας και Βρετανίας και τον Οργανισμό για την Ασφάλεια και τη
Συνεργασία στην Ευρώπη. Ο υπουργός Εξωτερικών του Λουξεμβούργου
αναρωτήθηκε αν η κυβέρνηση Ορμπαν «δικαιούται να προεδρεύει της Ενωσης»,
ενώ γερμανική εφημερίδα χαρακτήρισε την Ουγγαρία ως… Fuhrerstaat -
κράτος του Φύρερ! Αλλοι παρομοίασαν τον Ορμπαν με τον Πούτιν ή τον
Τσάβες. Ο ίδιος ο Ούγγρος πρωθυπουργός αποπειράθηκε να αντιπαρέλθει με
χιούμορ τις αιτιάσεις λέγοντας: «Από το 1998 έως το 2002 (στην πρώτη
περίοδο πρωθυπουργίας του), ο δυτικός Τύπος με παρομοίαζε με τον Χίτλερ
και τον Ντούτσε. Τώρα με συγκρίνουν με τον Πούτιν και τον πρόεδρο της
Λευκορωσίας. Σας αφήνω να κρίνετε αν πρόκειται για μια κάποια πρόοδο ή
όχι».
Πώς
να εξηγήσει κανείς τόση οργή του ευρωπαϊκού κατεστημένου για έναν
συντηρητικό πολιτικό, που έβαλε τη χώρα του στο ΝΑΤΟ και είναι εδώ και
χρόνια αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, στο οποίο ανήκει
επίσης η γερμανική Χριστιανοδημοκρατία της Αγκελα Μέρκελ; Η αφορμή
δόθηκε από τον νόμο περί Τύπου που πέρασε στις 22 Δεκεμβρίου από την
ουγγρική Βουλή το κόμμα του Ορμπαν (Fidesz). Ο επίμαχος νόμος καθιερώνει
ραδιοτηλεοπτικό συμβούλιο, τα μέλη του οποίου διορίζονται από τη Βουλή
(δηλαδή από το Fidesz, που διαθέτει απόλυτη πλειοψηφία). Το συμβούλιο
μπορεί να επιβάλει πρόστιμα για «προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας»
και «μη ισόρροπη κάλυψη των ειδήσεων», γεγονός που κρίθηκε ότι ανοίγει
τον δρόμο για επιβολή λογοκρισίας και εκβιασμού των μέσων ενημέρωσης.


Συνεπής στις προεκλογικές του υποσχέσεις, ο Ορμπαν
αρνήθηκε να περικόψει τις συντάξεις, τους μισθούς και τις θέσεις
εργασίας γιατρών και νοσοκόμων και να κλείσει κρατικές επιχειρήσεις,
όπως του ζητούσαν οι πιστωτές του. Αντί γι' αυτό, επέβαλε έκτακτο «φόρο
κρίσης» τριετούς διαρκείας, ύψους 0,45% στον ετήσιο κύκλο εργασιών των
τραπεζών και φόρο της τάξης του 5 - 6% στα συμβόλαια των ασφαλιστικών
και χρηματιστικών εταιρειών. Επιπλέον, περιέκοψε κατά 75% (!) τον μισθό
του διοικητή της ουγγρικής Κεντρικής Τράπεζας.
Αντιδράσεις
Οπως
ήταν επόμενο, ο ιδιόμορφος «αντικαπιταλισμός» του Ορμπαν ξεσήκωσε
σφοδρές αντιδράσεις. Στις 15 Δεκεμβρίου, 13 μεγάλες ευρωπαϊκές εταιρείες
(μεταξύ των οποίων οι γερμανικές Deutsche Telekom, RWE, EOκαι Allianz, η
ολλανδική ING, η γαλλική Axa κ. ά.) με κοινή επιστολή στην Ευρωπαϊκή
Επιτροπή απαίτησαν κυρώσεις κατά της Ουγγαρίας επικαλούμενες επιλεκτική
φορολόγηση σε βάρος των ξένων επιχειρήσεων. Ωστόσο, η κυβέρνηση Ορμπαν
επέβαλε τον ίδιο φόρο σε όλες τις επιχειρήσεις και δεν φταίει αυτή αν το
80% του ουγγρικού τραπεζικού συστήματος ελέγχεται από ξένες τράπεζες,
ως αποτέλεσμα της λεηλασίας του εθνικού πλούτου της χώρας αντί πινακίου
φακής μετά την κατάρρευση του κομμουνιστικού καθεστώτος.
Λεπτομέρεια:
Η αρμόδια επίτροπος της Κομισιόν που απειλεί την Ουγγαρία με κυρώσεις
για «νόθευση του ελεύθερου ανταγωνισμού» είναι η Ολλανδή πολιτικός Νέλι
Κρους, η οποία την τελευταία δεκαετία συμμετείχε σε… 28 έμμισθες θέσεις
πολυεθνικών επιχειρήσεων, εκ των οποίων οι 20 ήταν αδρά αμειβόμενες
θέσεις διοικητικών συμβουλίων. Ο, τι γνώμη και αν έχει κανείς για τη
δεξιά κυβέρνηση της Ουγγαρίας, δεν μπορεί να μην εξεγείρεται απέναντι σε
έναν τόσο ακραίο εκφυλισμό της πολιτικής που δίνει το δικαίωμα στον
όποιο γραφειοκράτη, εκπρόσωπο των επιχειρηματικών λόμπι, να απειλεί με
δικαστικές διώξεις τη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση μιας κυρίαρχης
χώρας.
Θεαματική άνοδος της ευρωπαϊκής Aκροδεξιάς
Τη
στιγμή που η ευρωπαϊκή Αριστερά, με ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν φαίνεται
ικανή να εκμεταλλευθεί προς όφελός της τη χειρότερη κρίση του
καπιταλισμού μετά το 1929, η αναζήτηση «ριζοσπαστικών» λύσεων φαίνεται
να στρέφεται συχνά προς το δεξιό άκρο του πολιτικού φάσματος. Την
τελευταία διετία, ακροδεξιοί και ξενοφοβικοί σχηματισμοί ξεπέρασαν το
10% ή και το 15% σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, όπως το Βέλγιο (17,1%), η
Βουλγαρία (12%), η Γαλλία (10%), η Νορβηγία (22,9%) η Ολλανδία (17%) και
η Ουγγαρία (14,8%).
Σε αντίθεση με την παραδοσιακή Ακροδεξιά του
Μεσοπολέμου, οι επίγονοί της αποφεύγουν τη δαιμονοποίηση των Εβραίων
-μάλιστα, στις περισσότερες περιπτώσεις υποστηρίζουν το κράτος του
Ισραήλ- τον ρόλο των οποίων, ως αποδιοπομπαίων τράγων, έρχονται τώρα να
παίξουν οι μουσουλμάνοι μετανάστες.
Ιδιαίτερα γόνιμο έδαφος βρήκε η
λαϊκίστικη Ακροδεξιά στην ανατολική Ευρώπη, για δύο κυρίως λόγους.
Πρώτον, γιατί εκεί έχει τη δυνατότητα να προβάλει τρόπον τινά ως «Τρίτος
Δρόμος» απέναντι στον απολυταρχικό κομμουνισμό του χθες και στη
νεοφιλελεύθερη «παγκοσμιοποίηση» του σήμερα. Και δεύτερον, γιατί σ' αυτό
το κομμάτι της ηπείρου, η διάλυση των παλαιών αυτοκρατοριών
(οθωμανικής, ρωσικής και αυστροουγγρικής στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά
και της σοβιετικής μετά τον Ψυχρό Πόλεμο) άφησε ανοιχτά εθνοτικά
προβλήματα και εδαφικές διεκδικήσεις, που προσέφεραν στην Ακροδεξιά
άφθονο υλικό προς εκμετάλλευση.
Ιnfo
- Dominique Vidal, «Les extremes Droites a l'offensive», Le Monde diplomatique, janvier 2011.
- «Hungary's other deficit», The Economist, 8/1/2011.
- Victor Orban, «Hungary's critics are too quick to judge», Financial Times, 6/1/2011.
- Michael J. Jordan, «Oa crie «A bas les Juifs!» a Budapest», Courrier International, 30/4/2008.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου