Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2012

Πῶς νὰ παλέψῃς;

Πῶς νὰ παλέψῃς;



«Νέκρωσε ἡ σκέψη μου στὸ ἂκουσμα· μ’ ἒπνιξε ὁ πόνος. Κοίταξα τὴν κυρά μου, στήριγμα καὶ λύτρωση τόσα χρόνια καὶ εἶδα τὸ δάκρυ της νὰ κατηφορίζῃ μέσα στὴν χαρακιὰ του χρόνου.
Πῶς νὰ παλέψῃς αὐτὸν τὸν ἐχθρὸ ποὺ ἡ μοίρα ἒφερε τώρα, στὸ λιόγερμα τῆς ζωῆς·; Πῶς νὰ παλέψης αὐτὸν τὸν ἐχθρὸ ποὺ ὃπλα του εἶναι τὰ λόγια τὰ ψεύτικα, θεός του τὸ χρῆμα καὶ ἀνάγκη του, ἡ ἐξουσία!

Μᾶς πήρανε τὴ χώρα· τοὺς ἀγῶνες τοὺς δικούς μας· τῶν προγόνων μας! Μᾶς πήρανε τὴ χώρα· οἱ ἀπαίδευτοι, οἱ ἀνάλγητοι, οἱ ἀγνώμονες! Καὶ αὐτὰ τὰ χέρια τὰ ροζιασμένα, τὰ σκληρὰ δουλεμένα, τὸ κράτησαν τὸ ντουφέκι καὶ τὸ δόξασαν στ’ ἀλβανικὰ βουνὰ καὶ στὰ δασωμένα πλάγια τῆς πατρίδος. Μὰ εἶχε πρόσωπο τότες ὁ ἐχθρός, τὸν ἒβλεπες, καὶ αὐτὸν καὶ τὰ ὃπλα του· ἒβλεπες τὸ αἷμα του νὰ χύνεται στὴ γῆ καὶ θέριευες καὶ φούσκωνες καὶ λυσσομάναγες μὲ τὴ Λευτεριὰ στὴν σκέψη…

 

Καὶ τώρα τί; Τί ὃπλο ν’ ἀντιτάξῃς; Τὶ ὃπλο νὰ σφίξῃς στὴ χούφτα καὶ σὲ ποιά σφαῖρα νὰ βάλῃς καβάλα τὶς ἐλπίδες σου; Ἂχ αὐτὴ ἡ δίψα χαλασμοῦ μὲ πνίγει τώρα, σὰν καὶ τότε…»

Κι αὐτό τὸ ἀσίγαστο ποὺ φούσκωνε μέσα του τὸ ὀνόμασε... ἂδικο
Ἂδικη ζωὴ
Ἂδικη πατρίδα
Ἂδικος κόσμος
Μὰ δίκαιος ἀγῶνας ὁ ἀγῶνας τῆς τιμῆς καὶ τῆς λευτεριᾶς
Καὶ παίρνει τὸ μάτι αὐτὴν τὴν παλαβὴ λάμψη, καὶ τὸ χαλκωμένο ἀπὸ τὸν ἣλιο μέτωπο ραγίζει ἀπὸ τὶς σκέψεις καὶ τὰ ὃνειρα, ποὺ ἀγκαλιασμένα μὲ τὸν πόλεμο, ἀπόκαμαν πριν την εκπλήρωσή τους.
Κι ἀναπολεῖ τὴν νιότη του· τότε ποὺ ἒπλαθε τὴν τύχη μὲ τὰ ἲδια του τὰ χέρια· τότε ποὺ ρώταγε τὸν θάνατο ἂν φοβᾶται τὴ ζωή. Κι ἦταν ψυχόρμητη ἡ ἀντίδραση αὐτή, στὴν καταχνιὰ τοῦ κουρνιαχτοῦ τῆς μάχης, τότε ποὺ νόμιζε πῶς εἶχε κάνει συμφωνία μὲ τὸ θάνατο, τότε ποὺ ἒτρεμε ἡ γῆς καὶ ὁ ἀέρας παλλόταν ἀπ` τὰ ἀτσάλια ποὺ βροντοῦσαν·, καὶ ἡ ματιὰ γοργή, ἒκοβε τὸν κίνδυνο.
Ὃσοι δὲν ἀπόμειναν κεραυνωμένοι κεῖνες τὶς ἐποχές τὶς δύσκολες κρύψαν τὴν ἀγριεμένη λάμψη βαθιὰ στὴν κόρη τοῦ ματιοῦ κι ἒδωσαν στὸ πρόσωπο ἀταραξία μαρμάρινη...
''Λειψὴ ἡ ζωὴ παιδάκι μου
στὰ χρόνια τὰ δικά μας
Κεῖνα τὰ χρόνια τοῦ χαμοῦ
τῆς ἂφθαρτης γενιᾶς μας...''

Καὶ σὰν ἀκούμπησα τὸ χέρι του ποὺ ξαπόσταινε στὰ γόνατά του ἒνιωσα ὃλο τὸ θρῆνο ποὺ κατοικοῦσε μέσα του...
Ἂχ Ἑλλάδα μου…!

Ἡ φωτογραφία τοῦ Φώτη Καζαζῆ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου