Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2019

Κρας τεστ σε δύο αναπτυξιακά υποδείγματα

Κρας τεστ σε δύο αναπτυξιακά υποδείγματα

του Λόη Λαμπριανίδη*
Οι διαφορές στα μοντέλα ανάπτυξης Νέας Δημοκρατίας και ΣΥΡΙΖΑ. Η σημασία ενός τεκμηριωμένου δημόσιου διαλόγου για την επόμενη ημέρα της χώρας. 

Η προηγμένη οικονομία της γνώσης και η μείωση των ανισοτήτων είναι ο συνδυασμός που διασφαλίζει μια συμπεριληπτική ανάπτυξη. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ βάδισε προς αυτή την κατεύθυνση με απτά αποτελέσματα.

Η σημερινή κυβέρνηση φαίνεται να στρέφεται ταχύτατα προς άλλες, δοκιμασμένες και μεσομακροπρόθεσμα αποτυχημένες κατευθύνσεις. Το κείμενο αυτό δεν είναι παρά μια έκκληση να αναπτυχθεί ένας ουσιαστικός δημόσιος διάλογος, προκειμένου να φανούν τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα των δύο αναπτυξιακών υποδειγμάτων.

Το αναπτυξιακό σχέδιο της ΝΔ θα μπορούσε να συνοψιστεί στα εξής: οριζόντιες φοροελαφρύνσεις που ωφελούν κυρίως τις μεγάλες επιχειρήσεις και τα πλουσιότερα στρώματα, με ελάχιστες στοχευμένες ελαφρύνσεις όπως π.χ. στην οικοδομή και τις εξορύξεις, σε συνδυασμό με διευκολύνσεις προς επιχειρήσεις στην κατεύθυνση της νεοφιλελεύθερης απορρύθμισης και της εργασιακής ευελιξίας με χαμηλούς μισθούς, ενώ η προστασία περιβάλλοντος και πολιτιστικής κληρονομιάς αντιμετωπίζεται όχι ως ώθηση αλλά ως εμπόδιο για την ανάπτυξη, κάτι παράδοξο για μια χώρα που βασίζει το διεθνές «brand» της στις φυσικές ομορφιές και στους τόπους αρχαιολογικού ενδιαφέροντος. Και όλα αυτά χωρίς να υπάρχει ένας συνολικός αναπτυξιακός σχεδιασμός σε βάθος χρόνου, για τις προτεραιότητες του νέου ΕΣΠΑ 2021-2027, για τη συμμετοχή μας στην 4η Βιομηχανική Επανάσταση κ.ο.κ.

Το παραπάνω μείγμα πολιτικής είναι πιθανό να αποδώσει κάποια οφέλη όσον αφορά στην «εμπιστοσύνη» των αγορών προς την ελληνική οικονομία. Τα όποια οφέλη όμως θα είναι βραχυπρόθεσμα, καθώς ο εγκλωβισμός της ελληνικής οικονομίας σε προτεραιότητες και κλάδους χαμηλής παραγωγικότητας θα την επαναφέρει αναπόφευκτα στους «κανονικούς» ισχνούς ρυθμούς μεγέθυνσης.

Σε αυτή τη λογική, η ανάπτυξη αναμένεται από τα χαμηλής τεχνολογικής εξειδίκευσης πλεονεκτήματα της χώρας (οικοδομή, τουρισμός), τις ιδιωτικοποιήσεις, τoν περιορισμό των κανόνων (προστασίας του περιβάλλοντος, της πολιτισμικής κληρονομιάς κ.λπ.), ώστε να γίνει μια χώρα ελκτική σε μεγάλες επενδυτικές πρωτοβουλίες -αν και οι πρόσφατες εξελίξεις στο Ελληνικό, με την απόσυρση ξένων επενδυτών παρά την υπόσχεση για άρση των «περιοριστικών» κανόνων, είναι ισχυρή ένδειξη ότι δεν προσελκύονται έτσι σοβαρές άμεσες ξένες επενδύσεις.

Η παραπάνω εικόνα βέβαια διανθίζεται με αόριστα ευχολόγια για τεχνολογική πρόοδο, για βελτίωση της θέσης της μέσης τάξης (ξεχνώντας κατά κανόνα τους φτωχότερους). Το «αναπτυξιακό» αυτό υπόδειγμα ενισχύει τις ανώτερες εισοδηματικές τάξεις, βασιζόμενο στην υπόθεση εργασίας ότι στη συνέχεια θα επέλθει μια «διάχυση του πλούτου προς τα κάτω» (trickle down effect) -όμως η διεθνής εμπειρία έχει αποδεδειγμένα πια δείξει ότι αυτή η υπόθεση, που ξεκίνησε στη δεκαετία του 1980, όχι απλώς δεν επιβεβαιώθηκε αλλά και ενίσχυσε τις ανισότητες παγκοσμίως.

Σε αντιδιαστολή με το αναπτυξιακό υπόδειγμα της ΝΔ, αυτό που προτείνουμε, και ως ένα βαθμό είχε αρχίσει να υλοποιεί η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, είναι ο μετασχηματισμός της ελληνικής οικονομίας, με βάση την Εθνική Αναπτυξιακή Στρατηγική, προς μια προηγμένη οικονομία της γνώσης με ταυτόχρονη μείωση των κοινωνικών (και περιφερειακών) ανισοτήτων. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι οι δύο ανωτέρω στόχοι δεν είναι ανεξάρτητοι μεταξύ τους, αλλά αλληλοτροφοδοτούμενοι.

Μόνο ο σταδιακός μετασχηματισμός σε μια οικονομία της γνώσης μπορεί να δημιουργήσει ικανοποιητικό αριθμό θέσεων εργασίας με αυξημένα προσόντα και συνεπώς να συγκρατήσει ή και να αναστρέψει τη φυγή του επιστημονικού δυναμικού της χώρας (brain drain). Δεν παραγνωρίζουμε τη σημασία των προσεκτικών φοροελαφρύνσεων, υπό τον όρο ότι δεν θίγεται το κοινωνικό κράτος και δεν εντείνεται η εισοδηματική ανισότητα, ούτε και τον απαραίτητο περιορισμό της γραφειοκρατίας, υπό τον όρο ότι δεν υποβαθμίζεται η περιβαλλοντική, πολιτιστική και κοινωνική προστασία. Είναι, όμως, δευτερεύουσας σημασίας σε σύγκριση με την τεχνολογική αναβάθμιση και την κοινωνική σύγκλιση.

Αυτό δείχνουν και τα δεδομένα, εάν θέλουμε να συζητάμε σε ένα επίπεδο τεκμηριωμένης πολιτικής (evidence based policies). Οι χώρες με χαμηλές ανισότητες είναι και αυτές που επενδύουν περισσότερο στην έρευνα, ανάπτυξη και καινοτομία, και έχουν υψηλότερη ανάπτυξη.

Ας αρχίσουμε από τις ανισότητες. O δείκτης GINI καταγράφει εισοδηματικές ανισότητες στο εσωτερικό των χωρών (με τιμές από 0 για την απόλυτη ισότητα, έως 1 για την απόλυτη ανισότητα - Διάγραμμα 1). Παρατηρούμε μια αρκετά σαφή σχέση μεταξύ ανισοτήτων και υπανάπτυξης: οι περισσότερο άνισες χώρες είναι και οι λιγότερο αναπτυγμένες ή/και οι περισσότερο χτυπημένες από την κρίση (Βουλγαρία, Λιθουανία, Λετονία, Ισπανία, Πορτογαλία, Ελλάδα, Ρουμανία, Ιταλία). Ισχύει και το αντίστροφο: οι χώρες με υψηλότερο επίπεδο ισότητας είναι και περισσότερο αναπτυγμένες (1).

Διάγραμμα 1: Δείκτης Gini ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος ΕΕ-28, 2017


Πηγή: EU-SILC survey

Μήπως όμως η αιτιότητα είναι η αντίστροφη; Μήπως πρώτα έρχεται η ανάπτυξη με τα νεοφιλελεύθερα μέτρα (το αναπτυξιακό υπόδειγμα της ΝΔ) και στη συνέχεια ακολουθεί η διάχυση του πλούτου προς τα κάτω; Η απάντηση είναι αρνητική. Ακόμη και «κατεστημένοι» θεσμοί όπως ο ΟΟΣΑ αποδέχονται πλέον ότι η αναδιανομή και η σχετική ισότητα (και αποφυγή φτώχειας) οδηγούν σε ανάπτυξη, και όχι το ανάποδο, ενώ η περίφημη «διάχυση του πλούτου προς τα κάτω» δεν έχει οδηγήσει πουθενά σε μείωση των ανισοτήτων -χαρακτηριστικό παράδειγμα οι ΗΠΑ, όπου γεννήθηκε αυτή η θεωρία: ο δείκτης GINI εκεί έχει ανέβει από το 35 το 1980 στο 42 σχεδόν σήμερα.

Όπως είπαμε, όμως, η μείωση των ανισοτήτων είναι αλληλένδετη με την προηγμένη κοινωνία της γνώσης. Υπάρχει μια ισχυρή σχέση μεταξύ της καινοτομικής ικανότητας (innovation scoreboard) κάθε χώρας και της οικονομικής της επίδοσης (Διάγραμμα 2).

Εμφανίζονται δύο ομάδες χωρών: στην πρώτη παρατηρούνται υψηλές επιδόσεις στην καινοτομική ικανότητα και στις δαπάνες Ε&Α, σε συνδυασμό με υψηλά εισοδήματα (π.χ. Σουηδία, Δανία, Φιλανδία, Ολλανδία), ενώ στη δεύτερη τα αντίθετα (Ελλάδα, Λιθουανία, Λετονία, Σλοβακία, Ιταλία, Λετονία, Λιθουανία, Ισπανία, Ρουμανία, Κροατία, Βουλγαρία κ.λπ.).

Διάγραμμα 2: Η καινοτομική ικανότητα ως προς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ των χωρών της ΕΕ, 2018 


Τα ίδια περίπου ευρήματα παίρνουμε και με τον δείκτη δαπανών Ε&Α ως προς το ΑΕΠ (Διάγραμμα 3). Βέβαια και εδώ μπορεί να αντιπροταθεί ότι η ανάπτυξη οδηγεί προς τις δαπάνες Ε&Α και όχι το ανάποδο.

Όμως υπάρχουν σημαντικά ιστορικά δεδομένα χωρών εντός ΕΕ (π.χ. οι Σκανδιναβικές), αλλά και εκτός (Ταϊβάν, Σιγκαπούρη, Ν. Κορέα κ.λπ.), για τις οποίες μπορεί να στοιχειοθετηθεί εμπειρικά-ιστορικά ότι πρώτα επένδυσαν στην Έρευνα & Ανάπτυξη και αυτό στη συνέχεια προκάλεσε αναπτυξιακή ώθηση.

Διάγραμμα 3: Έρευνα και Ανάπτυξη ως % ΑΕΠ και σχέση της με ΑΕΠ/κεφαλή, ΕΕ-28 2017-2018



Με λίγα λόγια, το αναπτυξιακό υπόδειγμα που βασίζεται στον συνδυασμό της συνοχής (κοινωνικής και περιφερειακής) και της οικονομίας της γνώσης είναι αυτό που ακολουθούν οι χώρες-πρωταθλητές της ανάπτυξης (Σκανδιναβικές χώρες κ.λπ.). Αντίθετα, το αναπτυξιακό υπόδειγμα της ΝΔ (χαμηλή φορολογία, εργασιακές απορρυθμίσεις, επιχειρηματικές διευκολύνσεις κ.λπ.) εφαρμόζεται σε λιγότερο ελκυστικές χώρες.

Στην περίοδο της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε σαφής βελτίωση της χώρας ως προς δύο πολύ κρίσιμους δείκτες της προηγμένης οικονομίας της γνώσης. Πρώτον, την ικανότητα για καινοτομία και τις δαπάνες Ε&Α (Πίνακας 1). Βέβαια, η Ελλάδα εξακολουθεί να υπολείπεται από τους πρωτοπόρους (βλ. Διαγράμματα 2 και 3), ωστόσο τα βήματα που κάναμε ήταν σημαντικά. Δυστυχώς η σημερινή κυβέρνηση μοιάζει να επιλέγει την επιστροφή σε ξεπερασμένα ή/και ανεπαρκή αναπτυξιακά πρότυπα, με έμφαση στα ακίνητα, τον τουρισμό κ.λπ.

Πίνακας 1: Εξέλιξη της καινοτομικής ικανότητας της Ελλάδας ως προς μ.ό. ΕΕ (=100) και των δαπανών Ε&Α ως προς το ΑΕΠ (ΕΕ=2,06%), 2011 - 2018 


Δεύτερον, οι επιδόσεις της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ ως προς την κοινωνική συνοχή ήταν αξιόλογες καθώς παρατηρήθηκε μια σημαντικότατη μείωση των ανισοτήτων, που οξύνθηκαν την περίοδο 2010-2014 για να αποκλιμακωθούν μετά το 2015 επιστρέφοντας σε επίπεδα χαμηλότερα και του 2010! (Διάγραμμα 4).

Δυστυχώς, η νέα κυβέρνηση ακυρώνει μια σειρά εμβληματικών μέτρων του ΣΥΡΙΖΑ όπως ήταν οι αυξήσεις του κατώτατου μισθού, η αποτροπή της εργασιακής ευελιξίας, η πρόνοια για τα φτωχότερα στρώματα στις φορολογικές ελαφρύνσεις κ.λπ., δημιουργώντας τις προϋποθέσεις να επιστρέψουμε στα υψηλά επίπεδα κοινωνικών ανισοτήτων που γνωρίσαμε στη φάση της κρίσης.

Διάγραμμα 4: Δείκτης εισοδηματικής ανισότητας GINI, Ελλάδα 2009-2018


Από τη σύγκριση των δύο αυτών αντιθετικών υποδειγμάτων για την ανάπτυξη, προκύπτει σαφώς ότι η πολιτική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, έστω με διστακτικά βήματα ελέω μνημονίων και κρίσης, ήταν στη σωστή κατεύθυνση. Φυσικά οφείλουν να κατατεθούν και αντίθετα τεκμηριωμένα επιχειρήματα, καθώς το αναπτυξιακό υπόδειγμα της χώρας είναι θέμα εθνικής σημασίας και πρέπει να είναι αποτέλεσμα διαρκούς διαλόγου και ευρύτερων συναινέσεων. Ειδάλλως, μια ακόμα μεγάλη ευκαιρία για την αναπτυξιακή αναβάθμιση της χώρας, τη δημιουργία μιας βιώσιμης, δίκαιης και τεχνολογικά προηγμένης οικονομίας και κοινωνίας, θα πάει χαμένη.

Σημειώσεις: 

(1) H ισχυρή σχέση μεταξύ ανισότητας και υπανάπτυξης, καθίσταται πιο ξεκάθαρη αν διαχωρίσουμε τις χώρες της ΕΕ-28 σε 3 μπλοκ: Β + Δ. Ευρώπη / Ν. Ευρώπη / χώρες του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού. Λαμβάνοντας δηλ. υπ΄όψιν την διαφορετική τους ιστορική αφετηρία που εξακολουθεί να ασκεί ισχυρή επίδραση ως τις μέρες μας (δες π.χ. Δυτική-Ανατολική Γερμανία).

* Ο κ. Λόης Λαμπριανίδης είναι Καθηγητής πανεπιστημίου, πρ. Γενικός Γραμματέας Ιδιωτικών Επενδύσεων, υπ. Οικονομίας & Ανάπτυξης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου