Κυριακή, 2 Ιουλίου 2017

Το μέλλον διαρκεί πολύ!

Εν όψει της διεξαγωγής του 18ου Συνεδρίου της ΟΛΜΕ (Αθήνα, 1-4/7/17)

Το μέλλον διαρκεί πολύ!

Του Τριαντάφυλλου Τρανού*
Για τις πολιτικές ρίζες της σημερινής κρίσης του συνδικάτου των εκπαιδευτικών και το συνδικαλισμό της ευθύνης. 
Η πρώτη προτεραιότητα για την παιδεία σήμερα είναι η ενίσχυση της δημοκρατίας μέσα στο σχολείο. 
Όποιος εννοεί να ασκήσει αριστερή εκπαιδευτική πολιτική πρέπει να μάθει να τηρεί αταλάντευτα αρχές ουσιαστικής συνδιαμόρφωσης του σχεδιασμού του με την κοινωνία. Πρέπει να συζητήσει απροκατάληπτα και με ειλικρίνεια και με τους εκπρόσωπους της κοινωνίας αλλά κυρίως με τα συνδικάτα. Αμέσως μετά έρχεται η κοινή προσπάθεια για την ανάσχεση της ραγδαίας μείωσης του μαθητικού πληθυσμού. Ο αριθμός των παιδιών που πηγαίνουν σήμερα στο σχολείο σε σχέση με τη προηγούμενη δεκαετία μειώνεται. Αυτή η μείωση και η συσσωρευμένη και αλληλοτροφοδοτούμενη απόγνωση των παιδιών και των γονιών τους, ιδιαίτερα των πιο φτωχών και η συνακόλουθη καταπιεσμένη φανερή και αθέατη βία που παράγει o αποκλεισμός από την μόρφωση, είναι τα πιο απειλητικά από τα ορατά συμπτώματα της κρίσης στην εκπαίδευση.


Παρά τις σοβαρές προσπάθειες της αριστερής κυβέρνησης, την οποία κοντράρουν ανελέητα «θεοί και δαίμονες» κάθε θετική προοπτική εξακολουθούν να την υπονομεύουν και σήμερα ακόμη τα δεινά που επέβαλαν τα διαδοχικά μνημόνια και οι δουλικές κυβερνήσεις που μας τα φόρτωσαν. Εξακολουθούν οι συνέπειες των πρώτων κρίσιμων χρόνων των εθελόδουλων νεοδεξιών κυβερνήσεων να παράγουν ακόμη και σήμερα παρά τις μάχες που δίνονται δημοσιονομική υστεροβουλία και περικοπές δαπανών και στην εκπαίδευση. 

Όχι μόνο στη χώρα μας, αλλά εδώ και περίπου μια δεκαετία και στην Γαλλία και τελευταία και στην ίδια τη Γερμανία, την «υπερπαιδαγωγό των φτωχοδιάβολων του Νότου» η ένταση και η πρωτοφανής διάρκεια της καπιταλιστικής κρίσης προσημειώνουν αρνητικά για τα μεμονωμένα άτομα αλλά και για την κοινωνία ολόκληρη, το κάποτε άγραφο μορφωτικό μέλλον των μελών της. 

Τα βαριά τοξικά υλικά που έχει αποθέσει η κρίση πάνω στο εύθραυστο μεταπολεμικό όπως τελικά αποδείχθηκε ιδανικό της μόρφωσης αλλά και η δυσπιστία στην προοπτική της ευπρεπούς εργασίας και της ευκταίας κοινωνικής ενσωμάτωσης από την μεριά των νέων, δεν πρόκειται να διαλυθούν ασφαλώς ούτε εύκολα ούτε γρήγορα. Την απειλητική αίσθηση συντηρεί ο εκφυλισμός και η οριστική έκπτωση του παρασιτικού αλλά κραταιού για δεκαετίες, εγχώριου παραγωγικού και κοινωνικού μοντέλου. Η δυσκολία να διακρίνει κανείς κάποια ελπίδα και οποιοδήποτε μέλλον στα υπολείμματα αυτού του μοντέλου παραμένει παρά τις προσπάθειες που γίνονται σήμερα από την κυβέρνηση για την αλλαγή του υποδείγματος. 

Αλλά αυτό δεν αρκεί. Η κυβέρνηση δεν μπορεί και δεν πρέπει να τα κάνει όλα μόνη της. Είναι αναγκαίο σήμερα όσο ποτέ να συγκροτηθεί ξανά ένα ανανεωμένο ρωμαλέο κίνημα με πολλά «ερυθρά αιμοσφαίρια». 

Όσο και αν ορισμένοι ειρωνεύονται την έννοια του ρωμαλέου επειδή φοβούνται την απελευθερωτική φόρτιση και την δυναμική προοπτική της , ένα υγιές κίνημα των εκπαιδευτικών και όχι μόνο αυτών ασφαλώς, είναι αναγκαίο σήμερα όσο ποτέ άλλοτε, όσο και αν αυτό δεν αρέσει και δεν βολεύει ένθεν, κακείθεν. Οι αποτυχίες, οι αστοχίες, ο αυτοααναφορικός χαρακτήρας και οι μονομέρειες του υπαρκτού αλλά αναιμικού σημερινού δήθεν «κινήματος» είναι κραυγαλέες.

Πλην ελάχιστων εξαιρέσεων, η θολή αμοιβαιότητα αυτής της παραλυτικής κατάστασης πραγμάτων φαίνεται να βολεύει τους πάντες. Η δύσκολη συγκυρία επηρεάζει τόσο τα συνδικάτα όσο και την αναιμική πολιτική βούληση για κινηματική δράση ενός αποδυναμωμένου από την διάσπαση κόμματος όπως είναι πλέον ο ΣΥΡΙΖΑ, το οποίο στηρίζει με όλες του τις δυνάμεις μια αριστερή κατά βάση κυβέρνηση αντικειμενικά στριμωγμένη.

Εν τω μεταξύ η πολιτική απάθεια που επιδιώκει η νεοδεξιά των survivors και η βασανιστική καθημερινότητα, διαβρώνουν ως το μεδούλι, «δια της διαπιδύσεως» όπως λέγαμε κάποτε στο σχολείο, τις υλικές και τις ηθικές αντοχές των νέων και των οικογενειών τους. 

Καταλύουν με το ασήκωτο και ασύλληπτο για την ατομική συνείδηση βάρος τους, την δυνατότητα πραγματικής αντίστασης των πολιτών, τόσο στους ελάχιστους χώρους δουλειάς που έχουν απομείνει ακέραιοι όσο και σε αυτούς της μόρφωσης. 

Θολώνουν την μορφωτική και εργασιακή προοπτική των νέων αλλά και αυτή της κοινωνίας, συνολικά. Εισέρχεται έτσι η κρίση ακάθεκτη και στις τελευταίες κόγχες που είχε αφήσει σχετικά ανέπαφες ο επιθετικός ατομικισμός, η ξεπεσμένη μορφή κοινωνικής συνείδησης που μας επέβαλλαν μεταπολεμικά οι εγχώριες και ξένες κρατούσες αυθεντίες, της ήδη απελπιστικά μακράς περιόδου του νεοφιλελευθερισμού. 

Με τα δηλητηριώδη υλικά τους οι απανωτές του κρίσεις στιγματίζουν στη συνείδηση των πολιτών το μέλλον ως δύσμορφο και σκοτεινό κρυπτογράφημα. Καθίσταται έτσι αυτό για όλους, ατομικά και συλλογικά, ένα διαρκές απειλητικό αίνιγμα.

Μοιραία, αν δεν αλλάξει εν τω μεταξύ κάτι, αυτή η διαβρωτική δυναμική θα στρέψει ακόμη δεξιότερα την κοινωνία. Και όλοι γνωρίζουμε πως τέτοια περιθώρια δεν υπάρχουν πλέον.

Ήδη στο συνδικάτο το οποίο πρέπει να αποτελεί εξίσου το όπλο για τις μάχες του παρόντος και του μέλλοντος, αλλά και τον φορέα της συλλογικής μας ευαισθησίας και ευφυίας, παρά τις προσπάθειες μας πολλαπλασιάζονται οι αμήχανες πολιτικά στιγμές και παγιώνεται η αίσθηση της ανεπάρκειάς του να διαχειριστεί την ρευστή, περίπλοκη και απαιτητική συγκυρία προς το συμφέρον των συναδέλφων και της κοινωνίας. Κάτω από την διαλυτική επίδραση της πολιτικής και προσωπικής εμπάθειας προσώπων και παρατάξεων απέναντι στους εκπροσώπους των ΣΥΝΕΚ, που φτάνει και συχνά ξεπερνά ανεπίτρεπτα τα ανεκτά όρια της συνδικαλιστικής και πολιτικής αντιπαράθεσης, η αντικειμενική δυναμική που είχε αυτό αποκτήσει από τους αγώνες της προηγούμενης περιόδου ατροφεί και αποσυντίθεται.

Πρέπει όμως να υποφέρει κανείς από πολιτική αμνησία αλλά και από ολική πολιτική αχρωματοψία για να μην βλέπει τις διαφορές με το χθες, ούτε να μπορεί να θυμηθεί το πρόσφατο παρελθόν της νεοδεξιάς κλίκας που κατέστρεψε τον τόπο και τις καταστροφικές συνέπειες της πολιτικής της που επέβαλλε με το στανιό και πάνω στην εκπαίδευση και στους εκπαιδευτικούς. Αυτό ισχύει, δυστυχώς, για πολλούς –ες εκπαιδευτικούς οι οποίοι έχουν πάρει την κάτω βόλτα και τους οποίους κάποτε η κοινωνία θεωρούσε ως «δημόσιους διανοούμενους». 

Δεν μπορούν οι περισσότεροι από αυτούς να διακρίνουν πλέον την ακραία διαρκή πόλωση την οποία επιβάλλουν στο πολιτικό σκηνικό για ίδιον όφελος αλλά και για να υπηρετήσουν τους αφεντάδες τους, τα πάσης φύσεως καθεστωτικά μορφώματα που περιγράφονται από τα αρκτικόλεξα ΜΜΕ, ΣΤΕ, ΠΕΦ, ΠΕΘ, ΑΔΕΔΥ κ.ο.κ. 

Αυτά τα μορφώματα που η κοινωνιολογία αποκαλεί «συμμαχίες οργανωμένων συμφερόντων» (rackets) αλλά και οι εδραιωμένοι μηχανισμοί παραεξουσίας που ενδημούν διαχρονικά στο Υπουργείο Παιδείας και τους οποίους, δυστυχώς, οι διαδοχικές κυβερνήσεις της Αριστεράς δεν κατάφεραν ακόμη να ξεπατώσουν, έχουν αποχαλινωθεί εξ αιτίας της ανυπόφορης και απειλητικής για τους ίδιους κατοχής και νομής της εξουσίας από μια αριστερή κυβέρνηση.

Οι καιροί όμως αλλάζουν! Ασφαλώς η άσκηση της εξουσίας από το ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν πάντοτε σύμφωνη εκατό τα εκατό με τις παραδεκτές αριστερές αξίες, ούτε όμως -ευτυχώς- ακολούθησε παθητικά τα απελπιστικά «αριστερά» στερεότυπα. Αυτό όμως έχει δευτερεύουσα σημασία σήμερα.

Το μείζον πρόβλημα των πάσης φύσεως αντιπάλων του ΣΥΡΙΖΑ, είναι το γεγονός πως αυτός ο πολιτικός χώρος καταφέρνει κάπως να κρατιέται στην εξουσία και να κυβερνάει ακόμη τον τόπο, παρόλο που κανονικά θα έπρεπε να είχε βυθιστεί αύτανδρος μετά από τέτοιο καθολικό χωρίς αρχές και όρια πόλεμο. Πολλοί από τους συναδέλφους οι οποίοι τελευταίοι πηγαίνουν στο σχολείο και πρώτοι φεύγουν από αυτό, επιμένουν όχι μόνο να αγνοούν αλλά και να ενισχύουν ακούσια η εκούσια, τον ανηλεή πόλεμο που έχουν κηρύξει εδώ και καιρό σε μια αριστερή κυβέρνηση οι «νόμιμοι ιδιοκτήτες» της χώρας, οι οποίοι απολαμβάνουν επιπλέον τη διαρκή στήριξη και την εύνοια της ευρωπαϊκής νεοφιλελεύθερης κλίκας.

Αυτοί «ελπίζουν να την βολέψουν». Σε μια ιστορικά «μακρά» περίοδο μόνιμων απειλών για την δημόσια εκπαίδευση και για την εργασία τους αλλά και για όλα τα λεγόμενα καθολικά αγαθά, οι εκπαιδευτικοί και οι συνδικαλιστικές παρατάξεις τους επιδεικνύουν ξανά και ξανά ανησυχητική έλλειψη μνήμης και ασυγχώρητη άγνοια κινδύνου. Αυτό το αναντίρρητο γεγονός αποτελεί γενικευμένη πολιτική επιπολαιότητα την οποία μπορεί να πληρώσουμε όλοι μας αργότερα πολύ ακριβά. 

Το αγωνιστικό παρελθόν του μεγαλύτερου συνδικάτου της χώρας είναι γνωστό. Οφείλεται στην ανιδιοτελή δράση συγκεκριμένων ανθρώπων και συγκεκριμένων παρατάξεων. Το παρόν του όμως και ιδιαίτερα το μέλλον του, το οποίο για να παραφράσουμε τη γνωστή ρήση του Αλτουσέρ, πρέπει να διαρκέσει πολύ, είναι αυτό που πρέπει να μας ανησυχεί σήμερα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.

Οι αμήχανες και άστοχες επιλογές του συνδικαλιστικού κινήματος πολλαπλασιάζονται μέρα με τη μέρα . Η αποχή του από την καθημερινή μάχη για την υπεράσπιση της δημοκρατίας μέσα και έξω από το σχολείο αλλά και από τον συνδικαλισμό της ευθύνης, είναι κραυγαλέα.

Αυτά τα θετικά στοιχεία, η διάγνωση του προοπτικού και του άμεσου κινδύνου και η παρακίνηση σε έλλογη δράση υπήρξαν διαχρονικά τα modus operandi και modus vivendi των Συνεργαζόμενων Εκπαιδευτικών Κινήσεων. Αυτά και η μόνιμη προσπάθεια που καταβάλλουν επί δεκαετίες οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποί μας ώστε να λειτουργεί αποτελεσματικά το σωματείο και να δημιουργούνται κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες οι προυποθέσεις ώστε η κάθε μια πολιτική και συνδικαλιστική αντίληψη να ανέχεται τις άλλες μας χαρακτηρίζουν διαχρονικά στην συνείδηση των συναδέλφων μας. 

Προσπαθώντας να ξεπεράσουμε τα οικεία δεινά της Αριστεράς, τους ανταγωνισμούς και τους ηγεμονισμούς του πλήθους των κομματιών της, τις εμμονές και τις αγκυλώσεις της , αλλά και τις δικές μας, συνδιαμορφώσαμε έναν ισχυρό, κοινό τόπο που τον στήριξαν πλήθος από άτομα και συλλογικότητες αταλάντευτα. Ο τρόπος που λειτουργεί και σήμερα ο χώρος των ΣΥΝΕΚ και που υποστηρίξαμε με πάθος, περιλαμβάνει ισχυρές ηθικές αρχές, θεμιτές μεθόδους και σε ικανοποιητικό βαθμό αποτελεσματικές πρακτικές λειτουργίας, τέτοιες που να είναι σύμφωνες με τις καλύτερες παραδόσεις της Αριστεράς και που ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί να χρησιμοποιεί ως μοντέλο στον εργασιακό χώρο ή στην προσέγγιση της επαγγελματικής και κοινωνικής του ζωής. Με το κοινό μας μόχθο, αυτές οι αρχές σηματοδοτούν παρά τον συκοφαντικό πόλεμο των ΜΜΕ και την κατεδαφιστική κριτική ορισμένων το συνδικάτο των εκπαιδευτικών στην κοινή συνείδηση. Αυτές οι αρχές θα έπρεπε να τιμώνται και να προστατεύονται από όλους,ακόμη και από τους πρώην συντρόφους μας ιδιαίτερα από όσους-ες υπήρξαν κάποτε πρωταγωνιστές αυτού του χώρου και οι οποίοι αδικούν σήμερα με την τυφλή εναντίωση τους και το νοσηρό πάθος τους όχι μόνο τους πρώην συντρόφους τους, αλλά και τον ίδιο τον εαυτό τους.

Το συνδικάτο δεν είναι το προσωπικό εργαλείο κανενός. Πολλοί-ες από μας δέσαμε σε αυτό το μεγαλύτερο μέρος της επαγγελματικής μας ζωής. Σήμερα όμως το κοινωνικό κύρος και η απήχηση της ΟΛΜΕ εξαιτίας της νεοδεξιάς στροφής αλλά και των ιδεοληπτικών εμμονών του πιο απόκοσμου και ιδιοτελούς πολιτικά κομματιού της, απομειώνεται ραγδαία. 

Τούτο δεν διαφεύγει από την προσοχή, ούτε των συναδέλφων ούτε της κοινωνίας. Το αμήχανο παρόν του σωματείου το οποίο σχετίζεται αιτιακά με το μέλλον του, λειτουργεί σήμερα λίγο- πολύ, όπως οι ρυθμισμένοι με επιβράδυνση πυροσωλήνες οι οποίοι βρίσκονται καλά κρυμμένοι στο εσωτερικό των εκρηκτικών μηχανισμών και έχουν σκοπό με την καθυστερημένη ενεργοποίησή τους, την έναρξη της διαδικασίας μιας καταστροφικής για τους ανυποψίαστους έκρηξης. Η πολιτική ανωριμότητα ορισμένων όπως φάνηκε και από την αδικαιολόγητη άρνησή τους να συμμετέχουν στα συμβούλια επιλογής των διευθυντών και η συστηματική, ιδεοληπτική αθέτηση των ευθυνών που έχουν αναλάβει απέναντι στον κλάδο υπονομεύει το συνολικό κύρος του συνδικάτου. Τούτο το έπραξαν όλοι αυτοί παρά την μαζική και αβίαστη συμμετοχή των συναδέλφων μας στις σχετικές διαδικασίες. Με αυτό τον τρόπο οι υποκειμενιστές υπερεπαναστάτες, απαξιώνουν για μια ακόμη φορά όλους αυτούς οι οποίοι τους εξέλεξαν για να τους εκπροσωπούν και οι οποίοι δεν συμφωνούν με τις ιδεοληψίες τους.

Με το διάτρητο δογματικό αφήγημα, που υποστηρίζει ψευδώς ότι η συμμετοχή στις διαδικασίες της επιλογής των διευθυντών διευκολύνει την καταστροφική «αξιολόγηση» των εκπαιδευτικών, υπονομεύουν συνειδητά και την ελάχιστη δυνατότητα για δημοκρατία που απέμεινε σήμερα στο σχολείο ανέπαφη από την προκλητική, αντιδημοκρατική απόφαση του ΣΤΕ, την οποία απόφαση οι ίδιοι ουδέποτε αμφισβήτησαν έστω και για την τιμή των όπλων, όπως βέβαια δεν έπραξε και η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας. Και όλα αυτά με την συνδρομή και τα «εξώδικα» της κακόφημης, παρασιτικής ΑΔΕΔΥ της οποίας το όνομα όχι άδικα μάλλον θυμίζει την αλήστου μνήμης μεταπολεμική «αδενοπάθεια». Η ετερόκλητη ηγεσία της ΑΔΕΔΥ οψίμως και αχρείαστα, σήμερα ξυπνά από την χρόνια ύπνωσή της, την οποία δεν τάραξε στο ελάχιστο ούτε η προ ετών απόλυση των συναδέλφων μας μας ούτε καν η προληπτική μας επιστράτευση από την κυβέρνηση των Σαμαρά – Βενιζέλου.

Το Υπουργείο Παιδείας και η πολιτική του ηγεσία είναι αναντίρρητα ο άμεσος στόχος και ο αποδέκτης των δράσεων του συνδικάτου και των αιτημάτων του κλάδου. Θα έπρεπε όμως αντί να γίνεται ο αδιαφοροποίητος στόχος της βίαιης κάποτε αλλά και πολιτικά μεροληπτικής μειοψηφίας των εκλεγμένων αντιπροσώπων του κλάδου, να πιεστεί τόσο από αυτούς όσο και από όλους μας ώστε πχ να κηρύξει άμεσα συγκεκριμένες περιοχές που έχουν πληγεί υπέρμετρα από την κρίση, ως ΖΕΠ. Σε αυτές τις Ζώνες Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας ήδη από τον Σεπτέμβριο θα πρέπει να παρέχεται κατά προτεραιότητα ως πρόπλασμα αλλά και ως ένζυμο της αναγκαίας καθολικής εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, δημοκρατική και πολυδιάστατη παιδεία σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, με συνεκτικά εγκάρσια πλέγματα ευρύτερων γνώσεων, έτσι ώστε να διασφαλίζονται στον κάθε μαθητή δυναμικά μορφωτικά εφόδια, ικανά για ανανέωση και περαιτέρω εμπλουτισμό. 

Η εκπαίδευση και αυτό το έχει αναδείξει επαρκώς και ο αγώνας των συντρόφων μας στο ΚΕΜΕΤΕ το ΚΕΝΤΡΟ ΜΕΛΕΤΩΝ και ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗΣ της ΟΛΜΕ, είναι μια σύνθετη δραστηριότητα που οφείλει να συνδυάζει τη θεωρητική γνώση αλλά και την ηθική δέσμευση των παιδιών και των καθηγητών στην ευθύνη απέναντι στη Δημοκρατία. Οφείλει ακόμη με τις πρακτικές συνεπαγωγές και τις ολιστικές χρήσεις της γνώσης να αναδεικνύει και να καλλιεργεί όλες τις κλίσεις και τα ταλέντα των παιδιών και των νέων ανθρώπων.

Κύρια αποστολή ενός ανανεωμένου εκπαιδευτικού συστήματος που θα μπορεί να αντιπαλέψει την κρίση, είναι η πνευματική και σωματική καλλιέργεια και η προστασία όλων των παιδιών, των παιδιών των Ρομά και των παιδιών-προσφύγων, η ολόπλευρη μόρφωση και η ανάπτυξη της κριτικής τους σκέψης και η ενίσχυση της δημοκρατικής τους συνείδησης. Η εκπαιδευτική κοινότητα και κυρίως το συνδικάτο που την εκπροσωπεί, πρέπει να αποτελεί την πολιτικά ασυμβίβαστη έκφραση αυτής της ανάγκης και πρέπει να συμβάλλει με όλες της τις δυνάμεις στην υλοποίηση του αναγκαίου οράματος ενός ιδανικού της παιδείας συνυφασμένου απόλυτα με την αντίληψη περί κοινωνικής λογοδοσίας αλλά και στην προσπάθεια επανεκπαίδευσης όλων μας στην δημοκρατία, στην ωριμότητα και την υπευθυνότητα. Σε αυτή την προσπάθεια δεν συμβάλουν καθόλου ούτε τα ΜΜΕ που συστηματικά εξακολουθούν να συκοφαντούν τους εκπαιδευτικούς αλλά ούτε όσοι προνομιακά διαχειρίζονται για ίδιον όφελος την εκπαιδευτική επικαιρότητα και πουλούν αγωνιστικά «φύκια» για μεταξωτές κορδέλες, την ώρα που κερδοσκοπούν από τα μορφωτικά σκουπίδια που δήθεν καταγγέλλουν. 

[….] «Όταν ένας πολιτισμός βρίσκεται στα τελευταία του, φωνάζουν τους παπάδες» έγραψε κάποτε ο Καρλ Κράους. Η μακρά διαμάχη για την περιχαράκωση των εξουσιών και την διατήρηση η μη του status quo όλων των συμμοριών που καταλήστεψαν και κατέστρεψαν τον τόπο, αποτυπώνεται και στις τεταμένες σχέσεις κράτους – Εκκλησίας. Αυτές οι σχέσεις και η μορφή που θα λάβουν στην προσεχή συνταγματική αναθεώρηση επηρεάζονται σήμερα αποφασιστικά από την εύθραυστη αλλά υπαρκτή προοπτική της μακροχρόνιας διακυβέρνησης του τόπου από την Αριστερά. 

Στο πλαίσιο της ανανεωμένης μέσα στα ερείπια των μνημονίων σύγκρουσης ανάμεσα στο παλαιό και το νέο, την συντήρηση και το ριζοσπαστισμό, τις εθνοκεντρικές τάσεις και τις επιταγές που θέτει η επισφαλής θέση της χώρας στην Ευρώπη και στο εξαιρετικά ρευστό σήμερα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, τόσο η Αριστερά όσο και η Εκκλησία είδαν εξίσου την επιρροή τους- όχι παράδοξα- να μεγαλώνει ανάμεσα στους φτωχούς. 

Θα αποτελούσε θετικό ουτοπικό στοιχείο για την Εκκλησία στην Ελλάδα και αλλού, η σύγκλιση με τη κοινωνικοπολιτική Αριστερά στο επίπεδο τουλάχιστον της γενικής ρητορικής (κοινωνική δικαιοσύνη, φιλολαϊκή οικονομική πολιτική), αλλά είναι μάλλον δύσκολο, αν όχι αδύνατο υπό το βάρος και των δυσμενών εσωτερικών της συσχετισμών και της ενδιάθετης ακροδεξιάς ροπής της, να συνταχθεί κάποτε σοβαρά με τα νεωτερικά αιτήματα και τις προσδοκίες της Αριστεράς. Η Εκκλησία στρέφεται μακρυά από τα ανθρώπινα και μειονοτικά δικαιώματα, τη πολιτική χειραφέτηση των καταπιεσμένων, την θέση της γυναίκας και τα ζητήματα φύλου, τη πολυπολιτισμικότητα, την ενεργή υπεράσπιση των μεταναστών και των προσφύγων και τον διαθρησκειακό διάλογο. Αυτά δυστυχώς και εμείς ως συνδικάτο δεν τα υπερασπιστήκαμε με την ένταση που θα έπρεπε όταν χρειάστηκε. 

Από την άλλη πλευρά, δεν είναι εύκολη υπόθεση ούτε για την αριστερή κυβέρνηση η εφαρμογή μιας ριζοσπαστικής ατζέντας πέρα από το συμβολικό επίπεδο που και αυτό επλήγη συχνά από λάθος αποφάσεις και η οποία ασφαλώς δεν είναι καθόλου επιθυμητή από την πλέον συντηρητική πλευρά της Εκκλησίας που παραμένει μόνιμα αγκυρωμένη στα λιμάνια της ρεβανσιστικής Δεξιάς και ακροδεξιάς. 

[….] η Εκκλησία δεν είναι μια κλειστή εταιρεία σεσωσμένων, που απολαμβάνουν, αποκλειστικά αυτοί, τα δώρα του Θεού και διεκδικούν να εξασφαλίσουν ανέσεις, προνόμια και κοσμική εξουσία." είχε δηλώσει κάποτε ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος. Όμως η λογική και η ευαισθησία των φωτισμένων κληρικών όπως είναι ο Αναστάσιος, οι οποίοι συντηρούν ακόμη σήμερα σε πείσμα των χαλεπών καιρών ακέραιο τον «θησαυρό» των «από τα κάτω» εξισωτικών δημοκρατικών παραδειγμάτων που αφθονούν στην εκκλησιαστική παράδοση σπανίζει. Στην δυστυχώς ευάριθμη ακραία πτέρυγα του ανώτερου κλήρου κυριαρχεί σήμερα η σκληρή ακροδεξιά ατζέντα.

Σε αυτήν περιλαμβάνονται και οι ευλογίες ιερωμένων αλλά αυτές και του Κυριάκου Μητσοτάκη προς τη Χ.Α. ευλογίες που αφειδώς έχουν προσφέρει ορισμένοι κληρικοί δημόσια, των οποίων ο ρατσιστικός δημόσιος λόγος περιέχει σταθερά σε περίπου ίσες αναλογίες μισογυνισμό, ομοφοβία, αντισημιτισμό, αντιμουσουλμανισμό και εθνικισμό. 

Η αναγκαία αποκρατικοποίηση και χειραφέτηση της Εκκλησίας, δημοφιλής κάποτε ιδέα σε σημαντική μερίδα της και η ταυτόχρονη ανεξιθρησκεία του Κράτους και της Εκπαίδευσης συνεχίζουν να εμποδίζονται από τα παλαιά αμαρτήματα της: τις αναρίθμητες νόμιμες και παράνομες φοροαπαλλαγές, τα «ιερά» σκάνδαλα, τη διαπλοκή Εκκλησίας-Δικαιοσύνης, τη συστηματική παρεμπόδιση της νομοθετικής προόδου, τα σκοταδιστικά κηρύγματα και τη μόνιμη απειλή της ελευθερίας του Λόγου και της Τέχνης. Τα τελευταία ίχνη καταλαγής στον λόγο της επίσημης Εκκλησίας έχουν πλέον εξαφανιστεί. Δύσκολα ανιχνεύεται σήμερα έστω και με μεγεθυντικό φακό, η στοιχειώδης συναίνεση στο ζήτημα της εκκλησιαστικής περιουσίας και της θρησκευτικής εκπαίδευσης αλλά και της θέσης των θρησκευτικών συμβόλων και της Εκκλησίας γενικότερα στον δημόσιο χώρο. Οι θέσεις καταλαγής και συναίνεσης που είχαν εκφραστεί τολμηρά κάποτε με αφορμή το διάλογο Εκκλησίας - Αριστεράς, που οργάνωσε τον Ιανουάριο του 2013 το Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ στη Θεσσαλονίκη, έχουν σήμερα εξατμιστεί. Το συνδικάτο θα έπρεπε να πιέσει προς αυτή την κατεύθυνση.

Οι προειδοποιητικές βολές με την ανάληψη των καθηκόντων τους κατά της Σίας Αναγνωστοπούλου και του Νίκου Φίλη από τα ΜΜΕ, τους σχολάρχες και τη δεσποτοκρατία καθώς και από όλο το υπερσυντηρητικό τόξο, ήταν τα πρώτα κωδικοποιημένα μηνύματα των ηττημένων πολιτικά κύκλων εξουσίας προς την αριστερή κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ με τα οποία συντονίστηκε και η δήθεν μετριοπαθής ηγεσία της Εκκλησίας. Ούτε και σε αυτό αντιδράσαμε. Η τελική εξέλιξη των συγκρούσεων όπως ήταν και αυτή και που αφορούσε στα παιδιά-πρόσφυγες, ξεκίνησε με τα γεγονότα του Ωραιοκάστρου και κορυφώθηκε με την απαράδεκτη απόφαση του ΣΤΕ στο θέμα της δημοκρατικής επιλογής των διευθυντών από τα κάτω. Μεσολάβησε ο καυγάς για το έλασσον που συνιστούσε η άκαιρη και βιαστική κίνηση του Υπουργείου να εισάγει μεσούσης της σχολικής χρονιάς την «θεματική εβδομάδα». Η ουσιαστική συζήτηση στο συνδικάτο για αυτό το θέμα δεν έγινε ποτέ. Η αντίδραση των παρατάξεων, πλην ΣΥΝΕΚ χαρακτηρίστηκε από την υποκριτική αδιαφορία και κάποτε από την ανοιχτή υπονόμευση για τα ουσιαστικά περιεχόμενα της ¨θεματικής εβδομάδας¨ τα οποία αποτελούσαν χρόνια αιτήματα του κλάδου. Η σχετική συζήτηση διεξήχθη στα κανάλια ερήμην της ΟΛΜΕ και των ΕΛΜΕ για να μην αναφερθούμε στην αντιδραστική θέση που υιοθέτησε το μικρονοικό, παραδεξιό μόρφωμα που έχει καταντήσει η ΔΟΕ. 

Τα αιτήματα των ελίτ συνοψίζονταν, όλο αυτό τον καιρό που το συνδικάτο παρέλυε από τους εσωτερικούς ανταγωνισμούς του, στην θρασεία απαίτηση της γρήγορης μετάπτωσης της κυβέρνησης της Αριστεράς στον χωρίς αριστερές αξίες πολιτικό πραγματισμό, μετάπτωση στην οποία και σήμερα ακόμη ακατανόητα και αυτοκτονικά προσβλέπουν εξίσου, όλες οι συνδικαλιστικές παρατάξεις των εκπαιδευτικών- πλην ΣΥΝΕΚ.

Η πολιτική και συνδικαλιστική ενοχή και σε αυτή την περίπτωση, ακολουθεί τα συνήθη μονοπάτια του quid pro quo, της ιδιοτελούς αντιστροφής των πραγματικών περιστατικών. Η συνέπεια σε αρχές όπως αυτή που επέδειξαν οι ΣΥΝΕΚ βαφτίζεται αυθαίρετα «κυβερνητικός συνδικαλισμός» και οι εξαλλοσύνες του παρασιτικού συντεχνιασμού, αγωνιστική συνέπεια. Η σειρά των γεγονότων που ακολούθησαν την απόφαση του Ιερώνυμου να ακολουθήσει ανοιχτά πλέον την μεθοδική ακροδεξιά ατζέντα των Αμβρόσιου, Σεραφείμ και των λοιπών προκάλεσε μια επιπλέον τεχνητή υπερθέρμανση του επιβαρυμένου ήδη πολιτικού κλίματος. Και για αυτό το αποφασιστικό για την εκπαίδευση γεγονός, το συνδικάτο αδιαφόρησε πλήρως. Σε αυτό το εν ψυχρώ οργανωμένο σχέδιο «δολοφονίας χαρακτήρων «οφείλεται μεγάλο μέρος της βιτριολικής δημόσιας αμφισβήτησης του Νίκου Φίλη αλλά και των υπόλοιπων υπουργών παιδείας του ΣΥΡΙΖΑ στην οποία δυστυχώς συμμετείχε με νοσηρή απόλαυση μεγάλο μέρος των «εκπροσώπων» του κλάδου όταν δεν αδιαφορούσε επιδεικτικά. Ο ανασχηματισμός της κυβέρνησης που ακολούθησε ενώ αιφνιδίασε και προβλημάτισε κάθε δημοκρατικό πολίτη, ειδικά σε ό,τι αφορά την απομάκρυνση του υπουργού Παιδείας Νίκου Φίλη και της αναπληρώτριας υπουργού Σίας Αναγνωστοπούλου άφησε τους ούλτρα-επαναστάτες παγερά αδιάφορους. Επρόκειτο όμως για αποπομπές που σήμαιναν υπακοή της Αριστεράς στην υπόδειξη του αρχιεπισκόπου ο οποίος έχει ένα και μόνο στόχο: να συνεχίσει η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος η οποία πρώτη στην σχετική διαμάχη ήρξατο χειρών αδίκων να καθορίζει τα της πολιτικής ζωής με βάση το σκοταδιστικό ντελίριο της δεσποτοκρατίας. Τα «αριστερόμετρα» του συνδικάτου αδιαφόρησαν και για αυτά τα ασήμαντα. Για τα «δεξιόμετρα» της εκδικητικής εθνικοφροσύνης και της εκπαιδευτικής νομιμοφροσύνης ας μην μιλήσουμε καλύτερα. «Μιλούν» μόνες τους οι ανακοινώσεις και οι ιλουστρασιόν αφίσες της ΔΑΚΕ που απαιτούν «εδώ και τώρα» το « εθνικώς καθαρό σχολείο» να αποδοθεί επιτέλους στους «άξιους» αδιαφορώντας για τα συχνά αγορασμένα «διπλώματα και παπλώματα» τους. Περισσότερα δεν χρειάζονται.

Τα «οικεία δεινά» που εξακολουθούν να συσσωρεύονται ανησυχητικά στην κοινή συνδικαλιστική μας ζωή, μαζί με και τα τοξικά υλικά της πολιτικής ιδιοτέλειας και η αντιμετώπισή τους η μη καθορίζουν αποφασιστικά την πύκνωση ή την αραίωση του πυρήνα της συνδικαλιστικής και της πολιτικής ηθικής του καθενός. Υπονομεύουν η ενισχύουν ανάλογα με τη στάση του καθενός τη δυνατότητα συγκρότησης μιας προγραμματικά ρωμαλέας αριστερής πολιτικής στην εκπαίδευση. 

Έδειξαν μέχρι σήμερα δυστυχώς τα τοξικά υπολείμματα της άτσαλης διαχείρισης της ευρύτερης συγκυρίας πόσο θα δυσκολέψει ακόμη περισσότερο στο μέλλον, η αναζήτηση ανάμεσά μας συγκλίσεων πάνω σε πρακτικά ζητήματα που θα απασχολούν για καιρό τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία, όπως είναι το προσφυγικό και τα οξύτατα κοινωνικά προβλήματα. Όμως παρόλα αυτά υπάρχει ελπίδα! Το μέλλον του συνδικάτου των εκπαιδευτικών μπορεί να διαρκέσει πολύ! Αυτό είναι και η μοναδική δέσμευση που πρέπει να αναλάβει ο συνδικαλισμός της ευθύνης μετά την αναγκαία επιστροφή στην λογική, την ευαισθησία και τον κοινό αγώνα!

* Ο Τριαντάφυλλος Τρανός είναι εκλεγμένος με το ψηφοδέλτιο των Συνεργαζόμενων Εκπαιδευτικών Κινήσεων στο 18ο Συνέδριο της ΟΛΜΕ (Αθήνα, 1-4/7/17)
**Δύο παιδιά απειλούνται από ένα αηδόνι.Max Ernst (1891–1976) 1924
Ελαιογραφία σε ξύλο με επιζωγραφισμένα ξύλινα στοιχεία και κορνίζα, 69.8 x 57.1 x 11.4 cm 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου