Παρασκευή 21 Αυγούστου 2015

Κάλλιο αργά...

Κάλλιο αργά...
Παύλος Τσίμας
TSIPRAS Τον Νοέμβριο του 2010, έξι μήνες μετά την Ελλάδα, η Ιρλανδία, εκβιάστηκε από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να προσφύγει και αυτή στον ευρωπαϊκό μηχανισμό, να πάρει δάνειο και να υπογράψει μνημόνιο με την γνωστή μας τρόικα. Η ψηφοφορία τραυμάτισε τον κυβερνητικό συνασπισμό κι έτσι, ένα μήνα αργότερα, η κυβέρνηση χρειαζόταν την ψήφο της ανιπολίτευσης για να περάσει τον πρώτο μνημονιακό προϋπολογισμό. Η αντιπολίτευση συναίνεσε, απαιτώντας όμως να οριστούν σύντομα εκλογές. Οι εκλογές έγιναν τον Φεβρουάριο και τις κέρδισε, φυσικά, η αντιπολίτευση. Αλλά, έτσι, η επαχθής συμφωνία απέκτησε μια λαϊκή νομιμοποίηση, οι πολίτες είχαν την ευκαιρία να την εγκρίνουν ή να την απορρίψουν και να επιλέξουν την κυβερνηση που θα την εφάρμοζε, σ ενα σχετικά συναινετικό περιβάλλον.

Μετά από άλλους έξι μήνες, ήρθε η σειρά της Πορτογαλίας. Η κυβέρνηση των σοσιαλιστών δεν είχε κοινοβουλευτική πλειοψηφία κι έτσι χρειάστηκε να προσυπογράψουν το μνημόνιο και τα δύο συντηρητικά κόμματα της αντιπολίτευσης. Όρος για την παροχή της συναίνεσης ήταν, και πάλι, η γρήγορη διεξαγωγή εκλογών, οι οποίες εγιναν ένα μήνα μετά την υπογραφή του μνημονίου. Τις κέρδισε η αντιπολίτευση, η οποία εφάρμοσε την συμφωνία με μικρές αντιστάσεις στα τρία επόμενα χρόνια.
Κατά σύμπτωση, τόσο η Πορτογαλία όσο και η Ιρλανδία απέφυγαν τις ακραίες συνέπειες και τις ακραίες ταπεινώσεις της Ελλάδας, δεν χρειάστηκαν ούτε δεύτερο, ούτε τρίτο μνημόνιο και οι οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις της τροϊκάνής τους μοίρας ήταν ασύγκριτα ελαφρύτερες από εκείνες που εμείς υποστήκαμε. Θα ήταν λάθος να αποδώσουμε την διαφορετική αυτή μοίρα στην συναινετική πολιτική διαδικασία που είχαν την σοφία να ακολουθήσουν. Αλλά κάποιο ρόλο ασφαλώς πρέπει να έπαιξε. Και δικαιούμαστε να αναρωτιόμαστε πόσο καλύτερη θα ήταν και η δική μας μοίρα, πόσα βάσανα θα είχαμε γλιτώσει, αν ο Σαμαράς είχε ακολουθήσει την ίδια τακτική με τους Πορτογάλους και Ιρλανδούς ομοϊδεάτες του, τον Απρίλιο του 2010, και, προπάντων, αν ο Παπανδρέου είχε την στοιχειώδη πρόνοια να θέσει το πρώτο ελληνικό μνημόνιο στην κριση του εκλογικού σώματος και ειχε επιτρέψει στους πολίτες να επιλέξουν την κυβέρνηση που θα το εφαρμόσει.
Οι εκλογές, λοιπόν, τις οποίες αποφάσισε να προκαλέσει ο Αλέξης Τσίπρας θα μπορούσαν να εκληφθούν και ως μια καθυστερημένη διόρθωση ενός μοιραίου πολιτικού λάθους. Με πρωτότυπο τρόπο: γιατί αντί να απαιτήσει τις εκλογές η αντιπολίτευση που έκανε στην κυβέρνηση την χάρη να της προσφέρει βοηθητική ψήφο στην Βουλή, τις προκαλεί η κυβέρνηση. Και με μεγάλη- και οδυνηρή- καθυστέρηση πέντε ετών.
Αλλά, κάλλιο αργά: αφού, καλώς ή (μάλλον) κακώς, υποχρεωθήκαμε σ' ένα τρίτο μνημόνιο, τουλάχιστον αυτό ας έχει την αναγκαία πολιτική συναίνεση και την ακόμη πιο αναγκαία, μέσω εκλογών, νομιμοποίηση. Και από αυτήν την άποψη, η κίνηση Τσίπρα να προκαλέσει εκλογές, παρόλα τα προβλήματα που δημιουργεί και τα πολιτικά ολισθήματα που αποκαλύπτει, έχει μιαν αναμφισβήτητη θετική διάσταση.
Όχι πως συγχωρούνται τα λάθη του περασμένου εξαμήνου- οι αφελείς αυταπάτες, η ερασιτεχνική διαπράγμάτευση, η έλλειψη σοβαρής προετοιμασίας. Όχι πως αρκεί η συναινετική του θωράκιση, ώστε αυτό το τρίτο μνημονιο να διορθώσει τα ημαρτημένα των προηγούμενων δύο. Όχι πως η εμβάπτισή του στην ψήφο της αντιπολίτευσης στην Βουλή και στην ψήφο των πολιτών στις κάλπες αρκεί, ώστε να εξασφαλίσει ότι το τρίτο μνημόνιο θα έχει ευτυχέστερη τύχη και λιγότερο κακές συνέπειες από τα προηγούμενα δύο ή ότι οι περιλάλητες μεταρρυθμίσεις, για τις οποίες δέκα χρόνια κουβεντιάζουμε και οι κυβερνήσεις μας προσποιούνται ότι επιδιώκουν και πέντε χρόνια τώρα παραμορφώνονται στους καθρέπτες των μνημονίων, θα προχωρήσουν τώρα ανεμπόδιστες.
Αλλά θα μπορούσαν να είναι μια αρχή. Έστω και τόσο καθυστερημένη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου