Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2015

Χ. Βερναρδάκης:Απαιτούμε από μια κυβέρνηση σε έξι μήνες να κάνει όσα δεν έχουν γίνει σε εξήντα χρόνια

Χ. Βερναρδάκης:Απαιτούμε από μια κυβέρνηση σε έξι μήνες να κάνει όσα δεν έχουν γίνει σε εξήντα χρόνια

«Η δύσκολη άσκηση είναι χωρίς να ενσωματωθείς στο σύστημα, να δημιουργήσεις τις συνθήκες για μια ηγεμονία των λαϊκών τάξεων, σε κοινωνίες όμως που έχουν πολλαπλά επάλληλα συμφέροντα και σχέσεις δύναμης μεταξύ τους.» Τονίζει ο Χριστόφορος Βερναρδάκης στην συζήτηση που κάναμε για τα εσωτερικά του Σύριζα, την Αριστερά, το 7μηνο που πέρασε, αλλά και για το σχέδιο επιστροφής σε εθνικό νόμισμα όπου ο κ. Βερναρδάκης επισημαίνει πως «Δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή δυστυχώς, ένα παράδειγμα άσκησης μη καπιταλιστικής νεοφιλελεύθερης πολιτικής σε παγκόσμιο επίπεδο μέσα στο οποίο εσύ θα πήγαινες και θα έλεγες, τελειώνω με εσάς, κάνω μια επιλογή άλλου νομίσματος ή εθνικής ανασύνταξης, και μπαίνω σε ένα άλλο μπλοκ γιατί αυτό το μπλοκ μου πάει καλύτερα.»…» Άρα αυτή η ιστορία περί εθνικού νομίσματος ίσως είναι η μεγαλύτερη πολιτική υπεκφυγή που έχει ακουστεί ποτέ στην Ελλάδα»

1.Τις τελευταίες μέρες, παρακολουθούμε μια άχαρη διαμάχη μεταξύ του Σύριζα και της ΛΑΕN ή των διαφωνούντων βουλευτών και στελεχών, η οποία εκφράζεται περισσότερο με συναισθηματικούς χαρακτηρισμούς, “ήρωες”, “προδότες”, και όχι με πολιτικούς όρους. Γιατί συμβαίνει αυτό;

Είναι ίδιον μιας θεωρητικής καθυστέρησης της ελληνικής αριστεράς, και δεν είναι ένα σημερινό φαινόμενο. Κατά τη γνώμη μου έχει να κάνει με την υποβάθμιση της πολιτικής θεωρίας και του μαρξισμού στο εσωτερικό της αριστεράς, αλλά έχει να κάνει και με το ότι ο συναισθηματισμός και η ηθικοποίηση υποκαθιστά απόλυτα την πολιτική ανάλυση. Στις προσεγγίσεις αυτές συνήθως δεν κυριαρχούν οι ταξικοί και πολιτικοί συσχετισμοί, δεν υπάρχει ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης, δεν υπάρχει ιστορικότητα, αλλά υπάρχει μια διολίσθηση σε «ηθικές κατηγορίες». Αυτό είναι ένα παλαιό φαινόμενο, το οποίο για να είμαστε δίκαιοι δεν αφορά μόνο την αριστερά, αλλά γενικά την ελληνική κοινωνία. Όλες οι διασπάσεις της ελληνικής αριστεράς, από τον μεσοπόλεμο μέχρι την πρόσφατη περίοδο, είναι διασπάσεις των οποίων οι δημόσιες εκφάνσεις περιορίζονται στη συναισθηματική έγκληση και καταγγελία, γι’αυτό και λάμβαναν και λαμβάνουν έντονα «προσωπικό τόνο». «Αποστάτες», «προδότες», αυτό είναι το μότο, και προφανώς δεν ευσταθεί ούτε το ένα ούτε το άλλο ως αναλυτικό επιχείρημα.

Ας πούμε σήμερα, ο Τσίπρας δεν είναι προδότης ούτε όμως και Θεός. Είναι ένας άνθρωπος με συγκεκριμένα όρια ατομικά, σε συγκεκριμένες κοινωνικοπολιτικές και οικονομικές συνθήκες, με συγκεκριμένους ταξικούς συσχετισμούς, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη, και αυτό το πλαίσιο πολλές φορές διαμορφώνει άλλα αποτελέσματα από αυτά τα οποία επιθυμούμε. Προφανώς, μπορούμε να αλλάξουμε αυτά τα δεδομένα. Οι αριστεροί υποτίθεται ότι αναλύουμε την πραγματικότητα για να την αλλάξουμε, και αυτό γίνεται όταν παρεμβαίνουμε στις συνθήκες, όχι απλά όταν τις καταγγέλλουμε ή τις διαπιστώνουμε. Πάνω δε σε αυτό το σημείο θα ήθελα να κάνω μια παρατήρηση για το δημόσιο λόγο του Παναγιώτη Λαφαζάνη, παρατήρηση που ισχύει διαχρονικά, όχι μόνο σήμερα. Στο δημόσιο λόγο του λοιπόν, θα ακούσεις πολύ συχνά τις εκφράσεις «είναι απαράδεκτο», «είναι αδιανόητο». Πρόκειται για «ηθική καταγγελία». Κάθε τι μπορεί να είναι και παραδεκτό και διανοητό μέσα σε συγκεκριμένες συνθήκες. Η πάλη των τάξεων είναι αυτή που κάνει κάτι να είναι διανοητό ή μη διανοητό. Αυτό που χθες ήταν απαράδεκτο μπορεί να είναι παραδεκτό, και αυτό που σήμερα είναι παραδεκτό μπορεί αύριο να είναι απαράδεκτο. Αυτή είναι η διαλεκτική της ιστορίας και της ταξικής πάλης.

2. Μια συζήτηση που έχει ανοίξει στην Ευρώπη και αφορά τα Αριστερά κόμματα των τελευταίων χρόνων, είναι ότι επικεντρώνονται σε μια “ανθρωπιστική” ανάλυση και συνθηματολογία, και έχουν χάσει την ταξική τους αναφορά, με αποτέλεσμα, να είναι μεν αρεστά, αλλά να μην έχουν σαφές πολιτικό στίγμα. Είναι ο σύριζα μια τέτοια περίπτωση;

Δεν μπορώ να μιλήσω προφανώς εκ μέρους όλου του Σύριζα, θα σου πω τη δική μου άποψη. Είναι άλλο πράγμα ο ανθρωπισμός, και άλλο ο συναισθηματισμός στην προσέγγιση του κάθε ζητήματος. Όταν το συναίσθημα γίνεται επιστήμη, υπάρχει ένα πρόβλημα. Ο ανθρωπισμός είναι δομικό στοιχείο της Αριστεράς. Το ερώτημα είναι πως ο ανθρωπισμός αυτός, πως δηλαδή η οπτική αυτή η οποία μάλιστα ενισχύεται από μια σειρά γεγονότων, όπως ανθρωπιστικές κρίσεις, προσφυγιά, μεγάλες μεταναστευτικές ροές, εξαθλιώσεις πληθυσμών, φτωχοποίηση, δένεται με αυτό που είναι η αποστολή της Αριστεράς, η εκπροσώπηση των κατώτερων κοινωνικών τάξεων και η αναγόρευσή τους σε εθνικό ηγεμόνα. Στον ηγεμόνα που θα πάρει υπ’ ευθύνη του τα προβλήματα μιας κοινωνίας, με επίκεντρο τα ανθρωπιστικά του ιδεώδη και όχι τα οικονομικά ή όποια συμφέροντα. Αυτή ήταν πάντοτε η ιστορική πρόκληση της Αριστεράς. Όμως στο ζήτημα αυτό η Αριστερά, όλων των ειδών και όλων των μορφών, έχει μια ιστορική αποτυχία. Το αιώνιο ερώτημα το οποίο αντιμετωπίζουμε κι εμείς μέσα στον μικρόκοσμό μας σήμερα, είναι το εξής: Υπάρχει το υπόδειγμα ενός αριστερού πολιτικο-οργανωτικού μοντέλου, το οποίο θα μπορούσαμε άραγε να το ακολουθήσουμε, και το οποίο ιστορικά να έχει δικαιωθεί; Η εργατική σοσιαλδημοκρατία ξέρουμε ιστορικά ότι απέτυχε, τα παραδοσιακά τριτοδιεθνιστικά κομμουνιστικά κόμματα ξέρουμε ότι απέτυχαν. Οι επαναστατικές μορφές που αναπτύχθηκαν στις Λατινοαμερικάνικες κοινωνίες έφτασαν επίσης σε ένα ιστορικό όριο. Επομένως, η δύσκολη άσκηση είναι χωρίς να ενσωματωθείς στο σύστημα, να δημιουργήσεις τις συνθήκες για μια ηγεμονία των λαϊκών τάξεων, σε κοινωνίες όμως που έχουν πολλαπλά επάλληλα συμφέροντα και σχέσεις δύναμης μεταξύ τους. Αυτό καλούμαστε να απαντήσουμε, και σε αυτό είναι απαραίτητη η συμβολή των πραγματικών κοινωνικών δυνάμεων.

Μπορώ ας πούμε να δεχτώ ότι θα μπορούσε να υπάρξει μια καλύτερη Συμφωνία με τους δανειστές. Ποιος όμως ήταν ο ρόλος των κοινωνικών δυνάμεων και των κινημάτων αυτό το 7μηνο; ποιες ήταν οι παρεμβάσεις τους; Μήπως έχουμε ενσωματώσει σε πολύ μεγάλο βαθμό τη λογική της ανάθεσης; Υπάρχει βέβαια η εύκολη απάντηση ότι για την μη άνοδο της δύναμης των κινημάτων φταίει ο Σύριζα, φταίει το ΚΚΕ, ή η εξωκοινοβουλευτική αριστερά. Τα κινήματα όμως δεν ανήκουν σε κανέναν, δεν διατάσσονται. Ξαναγυρνάμε λοιπόν στο πιο βασικό ερώτημα, που είναι πως μπορούμε να μιλάμε για επανάσταση σε αυτές τις συνθήκες του σύγχρονου νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, και μάλιστα σε χώρες αναπτυγμένων κοινωνικών και ταξικών σχέσεων και όχι σε χώρες αγροτικές ή περιφερειακές.

3.Μια κριτική που έχει γίνει στην κυβέρνηση, τόσο από την αριστερά όσο και από τους πολιτικούς σας αντιπάλους, είναι ότι ενώ στην κυβέρνηση μπήκαν σε υπουργικές θέσεις πρόσωπα κύρους, με σοβαρό έργο πίσω τους και γνώστες του αντικειμένου που καλούνταν να υπηρετήσουν….όπως ειπώθηκε, «δεν ήξεραν να κυβερνήσουν». Πως το σχολιάζετε αυτό; Τι σημαίνει κυβερνάω;

Η κριτική αυτή φαινομενικά έχει μια βάση. Είναι αντικειμενικό γεγονός, ότι το εξάμηνο της διακυβέρνησης από τον Σύριζα τα κυβερνητικά και διοικητικά αντανακλαστικά δεν ήταν όσο δυνατά χρειαζόταν. Αυτή είναι μία βάση που πρέπει να αναγνωρίσουμε. Το δεύτερο πράγμα που πρέπει όμως να αναγνωρίσουμε, είναι το γεγονός ότι παρόλα αυτά έγιναν πολλά πράγματα σε διάφορα επίπεδα. Έγιναν πάρα πολλά πράγματα στο επίπεδο της ανθρωπιστικής κρίσης. Γίνανε πολλά πράγματα στο πεδίο των δικαιωμάτων. Γίνανε κάποια πρώτα πράγματα για την προστασία των λαϊκών εισοδημάτων και των πολύ φτωχών ανθρώπων, και δεν μπορούμε να το αγνοήσουμε αυτό. Το τρίτο πράγμα που σκέφτομαι είναι το εξής. Έχουμε συνειδητοποιήσει για τι χρονικό διάστημα μιλάμε; Απαιτούμε, και σωστά ίσως αφού έχουμε τεράστιες συσσωρευμένες κοινωνικές ανάγκες, απαιτούμε όμως από μια κυβέρνηση σε έξι μήνες, σε καθεστώς χρηματοπιστωτικής ασφυξίας, μη ελέγχου του κράτους, να κάνει αυτά που δεν έχουν γίνει μέσα σε εξήντα χρόνια. Πράγματα που έχουν μεγάλες δομές συμφερόντων, που έχουν συγκεκριμένες τεχνικές…απαιτούμε να αλλάξουν τα πάντα μέσα σε έξι μήνες. Ας το δούμε λίγο μακροϊστορικά. Μετά από 50 χρόνια πώς θα αποτιμούμε, πώς θα θυμόμαστε ένα εξάμηνο στην πολιτική ιστορία;

Για να έχεις απτά και σταθερά αποτελέσματα με τη συμμετοχή μάλιστα της κοινωνίας, θέλεις πολιτικό και κοινωνικό χρόνο. Για να αλλάξεις την δημόσια διοίκηση, την παιδεία, τον πολιτισμό, τη δικαιοσύνη, την παραγωγική ανασυγκρότηση, την υγεία, την κοινωνική πρόνοια…όλο αυτό το πράγμα. Τι αίσθηση κοινωνικού χρόνου έχουμε απέναντι σε όλο αυτό; Και επιπλέον, με τι κοινωνικά κινήματα; Σε επαναστατική κατάσταση; Με την κοινωνία πιο προωθημένη από την κυβέρνηση άραγε, όπως θα έπρεπε να είναι; Επώδυνα ερωτήματα, οι απαντήσεις στα οποία εκφεύγουν σαφώς από τον ηθικισμό που λέγαμε παραπάνω.

4.Πάνω σε αυτό…είδαμε σε έρευνες που γίνονταν τους προηγούμενους μήνες και αφορούσαν την δημοφιλία των υπουργών, ανθρώπους με σαφές αριστερό προφίλ και σκέψη όπως η υπουργός για την μετανάστευση ή ο υπουργός παιδείας να έχουν χαμηλή δημοφιλία, ενώ ο υπουργός προστασίας του πολίτη που είναι καθαρά συστημικός, να επιβραβεύεται η πολιτική του από τους πολίτες…αυτό σας απασχολεί;

Προφανώς. Αλλά αυτό δεν πρέπει να απασχολεί μόνο τον σύριζα, αλλά το σύνολο των προοδευτικών ανθρώπων ατομικά και συλλογικά, πρέπει να απασχολεί όλα τα συλλογικά υποκείμενα. Πρέπει να απασχολεί και αυτούς οι οποίοι λένε ότι θα έπρεπε να πάμε σε μία ρήξη. Που θεωρητικά και ιδεολογικά και συναισθηματικά μπορώ μεν να την δεχτώ, αλλά το ερώτημα είναι: Πότε κάνεις την ρήξη; Που την πας αυτήν τη ρήξη; Με ποιους συσχετισμούς δύναμης, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό; Πόσο ώριμος είναι ο κόσμος; Ας πάρουμε ένα παράδειγμα από τον χώρο των δικαιωμάτων. Δε νομίζω ότι υπάρχει αμφιβολία ότι ο Παρασκευόπουλος και το επιτελείο του υπουργείου δικαιοσύνης, κάνανε μέσα σε έξι μήνες πράγματα τα οποία ήταν πάρα πολύ σημαντικά. Πόσο έτοιμη όμως είναι η ίδια η κοινωνία να το δεχτεί αυτό, δηλαδή μεγάλα τμήματα πέραν των αριστερών και των πρωτοπόρων προοδευτικών ανθρώπων; Βλέπουμε στο ζήτημα αυτό τον βασικό πυρήνα των φιλελεύθερων να ενστερνίζεται ακροδεξιές και ακραία αυταρχικές απόψεις για το σωφρονιστικό σύστημα. Επομένως, πριν δεχτούμε την βάσιμη κριτική των καθυστερήσεων ας σκεφθούμε και το γενικότερο πλαίσιο των ιδεολογικών συσχετισμών της ελληνικής κοινωνίας.
5.Τι πρέπει να κάνει μια αριστερή κυβέρνηση άρα; Πρέπει να σπρώξει την κοινωνία προς το μέρος της, ή πρέπει να κάνει ένα βήμα πίσω;

Η κυβέρνηση δεν πρέπει και δεν μπορεί να κάνει τίποτα χωρίς την κοινωνία και χωρίς τα κινήματα. Προσωπικά ξεκινάω πάντοτε από το κόμμα. Το κόμμα είναι σημαντικό, γιατί μπορεί να οργανώσει κοινωνικές συμμαχίες, μπορεί να αλλάξει τους ιδεολογικούς συσχετισμούς, σε μικρό επίπεδο στην αρχή, αργότερα σε λίγο μεγαλύτερο…, αυτή είναι η δουλειά του κόμματος. Και όταν το κάνει αυτό, τότε πράγματι μια κυβέρνηση μπορεί να έχει περισσότερα περιθώρια να επιστρέψει στην κοινωνία πολιτική υπεραξία από αυτό που της έδωσε με την ψήφο, ως εύρος άσκησης πολιτικής.

Δυστυχώς είμαστε αναγκασμένοι να ομολογήσουμε ότι δεν είμαστε σε αυτή την κατάσταση. Τι κόμμα ήταν ο Σύριζα; Με την ευθύνη όλων, κυρίως αυτών που έφυγαν αλλά και μεγάλου μέρους αυτών που έμειναν, ο Σύριζα παρέμεινε μια γραφειοκρατική πολιτική μορφή και όχι ένα κόμμα μαζών, ένα κόμμα πρωτοπορία στην οργάνωση των λαϊκών τάξεων. Συνέχισε οργανωτικά την παράδοση των αριστερών κομμάτων στην Ελλάδα, που προηγήθηκαν του Σύριζα. Ο Σύριζα ήταν μια γραφειοκρατία, και μάλιστα μια κακή γραφειοκρατία γιατί ήταν ένας συνασπισμός γραφειοκρατιών. Ήταν ένα καρτέλ, εσωκομματικών φραξιών. Αυτό δεν απελευθερώνει κοινωνικές δυνάμεις, δεν φτιάχνει ένα ενιαίο σχέδιο, δεν εντάσσεται κάποιος στο κόμμα, εντάσσεται σε κάποια από τις φράξιες του κόμματος οι οποίες είναι εξαρχής δομημένες. Αυτή η λογική κυριαρχεί και στο ΚΚΕ, απλά εκεί η γραφειοκρατία είναι μονομπλοκ, κυριαρχεί και στις ομάδες της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, στις συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ που ενώ διαλύθηκαν, ως δια μαγείας ξαναπροέκυψαν, πράγμα που σημαίνει πως δεν διαλύθηκαν ποτέ ως φορείς ενός, θεμιτού βεβαίως, αλλά απόλυτου και οργανωμένου σχεδίου, που δεν τους ενδιαφέρει να συγχρωτιστούν με την κίνηση των μαζών αλλά να κρατήσουν την ιδεολογική τους καθαρότητα. Είτε είναι μέσα στον Σύριζα είτε είναι έξω από τον Σύριζα, είτε είναι μέσα στα κινήματα είτε είναι έξω από αυτά, είτε είναι στην Λαϊκή Ενότητα, είτε είναι οπουδήποτε. Αυτό είναι ένα κατεξοχήν πρόβλημα θεωρίας της αριστεράς. Το κόμμα δεν είναι η οργάνωσή του (μόνο), δεν είναι η γραφειοκρατία του, κόμμα είναι η συγχώνευση της θεωρίας με την κίνηση των μαζών, και η δημιουργία μιας διαλεκτικής σχέσης με την κοινωνία.

Αν δεν το έχεις αυτό το πράγμα στο μυαλό σου, θεωρείς ότι αν πάρεις 30 μέλη της ΚΕ και πας στο διπλανό κτίριο, έχεις φτιάξει κόμμα. Αλλά αυτό δεν είναι κόμμα, είναι η παρέα σου που την έχεις ονομάσει κόμμα. Αυτή είναι μια βασική παθογένεια της αριστεράς, πάνω στην οποία εντάσσονται και ναρκισσισμοί, ανάγκες προσωπικής προβολής, κοκ, και αυτό ισχύει παντού, στα κόμματα, στα κινήματα, στις ομάδες διανοουμένων… δεν αναφέρομαι σε κάτι συγκεκριμένο. Αν δεν αντιμετωπιστεί αυτό το θέμα, τα υπόλοιπα που συζητάμε αν η κυβέρνηση θα μπορούσε να κάνει αυτό ή εκείνο, προφανώς είναι ένα πρόβλημα, αλλά η ουσία είναι στο πως το συζητάμε, πως το μελετάμε αυτό. Ενώ θα περίμενε κανείς σήμερα, μετά από μια μεγάλη πολιτική ήττα που έχει υποστεί η αριστερά να υπάρξει ένα συντροφικό και πολιτικό σχέδιο για την επόμενη μέρα, βλέπουμε διασπάσεις με όρους προσωπικής κριτικής, αλλά για το μεγάλο ζήτημα, που είναι οι λαϊκές μάζες, δεν μιλάει κανείς. Και αυτή είναι και η βασική κριτική μου στην στάση του Παναγιώτη Λαφαζάνη και μακάρι να κάνω λάθος … αλλά μέχρι στιγμής, οι ενδείξεις δείχνουν ότι αντί να δημιουργήσει μια δυναμική αναμόχλευση με όρους μαζών, φτιάχνει μια περιθωριακή γραφειοκρατική κίνηση, η οποία όπως δείχνουν τα πράγματα θα έχει φθίνουσα πορεία. Και αυτό έχει επιπτώσεις, γιατί καθιστά τον σύριζα πιο δεξιόστροφο ως κόμμα, πιο ευάλωτο σε μια εκλογική ήττα που θα είναι καταστροφική για τις λαϊκές τάξεις και τα κινήματα, άρα δεν προσφέρει τίποτα στην ιστορική αποστολή της αριστεράς, και, τέλος, υποτιμά τον ιστορικό ρόλο που έχουν τα κόμματα ως μορφές αντιπροσώπευσης των λαϊκών μαζών σε μια δεδομένη ιστορική στιγμή, μηδενίζοντας την ύπαρξη του «μαζικού κοινωνικού Σύριζα».

6.Είδαμε στο δημοψήφισμα, τις παρατάξεις του Μένουμε Ευρώπη να αναφέρονται στην επιστροφή σε εθνικό νόμισμα ως μια καταστροφή, επιστροφή στη νεολιθική εποχή κλπ. Άσχετα με την απόφαση της κυβέρνησης να υπογράψει τελικά την συμφωνία και να μην πάει σε ρήξη, δεδομένου ότι δεν ξέρουμε πως θα εφαρμοστεί αυτή η συμφωνία, και με ενα σενάριο που λέει ότι μπορεί σε ένα- δύο χρόνια να ξαναβρεθούμε μπροστά σε ένα παρόμοιο δίλημμα… Είναι δικαίωμα των πολιτών να ενημερωθούν σοβαρά και επί της ουσίας, για το τι σημαίνει η έξοδος από την Ευρωζώνη; Πρέπει να ανοίξει μια τέτοια συζήτηση και πως θα μπορούσε να γίνει αυτό;

Λοιπόν, μου έβαλες πολλά ερωτήματα μαζί, να τα πάρουμε ένα-ένα. Πρώτα από όλα, η συμφωνία που υπογράφτηκε, να το πούμε ανοιχτά, ήταν προϊόν εκβιασμού. Αλλά, αυτό είναι το λιγότερο. Το βασικό, είναι ότι είναι ένα προϊόν ταξικού και πολιτικού συσχετισμού δύναμης στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Από αυτή την άποψη, η κριτική που μπορεί να κάνει κανείς στην κυβέρνηση, είναι ότι η επίκληση της Δημοκρατίας εμπεριέχει έναν ευγενή ιδεαλισμό και έναν ανθρωπισμό, αλλά δεν είναι αρκετό αυτό για να κλονίσει τον συσχετισμό συμφερόντων. Αυτή είναι η κριτική που πρέπει να κάνουμε, όχι το γεγονός ότι υπέγραψε αυτή τη συμφωνία. Γιατί την συμφωνία, έτσι όπως διαμορφώθηκαν τα πράγματα, δεν είχε άλλη λύση από το να την υπογράψει.

Γιατί στα πλαίσια αυτής της διαπραγμάτευσης, ο Σύριζα έκανε τα πάντα, χρησιμοποίησε τη μέθοδο της στάσης πληρωμής, προσπάθησε να ελέγξει την ροή των κεφαλαίων, η νομοθεσία που ψήφισε ήταν όλη μονομερής και σε αντίθεση με τους δανειστές, ακόμα και διεθνείς οικονομικές συμμαχίες που αμφισβητούσαν την γεωπολιτική ένταξη της χώρας προσπάθησε να κάνει…το ξεχνάμε αυτό. Ξεχνάμε ότι έγιναν δύο επίσημα, και πολυήμερα ταξίδια στην Μόσχα. Ξεχνάμε ότι άνοιξε μια ολόκληρη διαδικασία ελληνο-κινεζικής προσέγγισης. Ξεχνάμε ότι στο πλαίσιο των ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων, επιχειρήθηκε να χρησιμοποιηθεί ακόμα και ο Αμερικανικός παράγοντας, ως μέσο πίεσης απέναντι στην σκληρή νεοφιλελεύθερη ελίτ της Ευρώπης. Αυτά δεν πρέπει να τα ξεχνάμε. Ποιο ήταν το μότο όλων αυτών; Σας εκτιμούμε, σας βλέπουμε με συμπάθεια, ναι μπορούμε να κάνουμε πολλά πράγματα, αλλά εσείς πρέπει να μείνετε μέσα στο ευρώ. Αν υπήρχε μια προφανής και εύκολη μετατόπιση της γεωπολιτικής στρατηγικής της χώρας η οποία μπορούσε να γίνει, θα ήταν πολύ απλά τα πράγματα.

Αλλά αυτό, πέρα από το ότι δεν ξέρω κατά πόσο θα το ήθελε ο Ελληνικός λαός, το σίγουρο όμως είναι ότι δεν το θέλει αυτός στον οποίο πας να προσκολληθείς. Περισσότερο του είσαι χρήσιμος ως ένας αγωγός μέσα στην Ευρώπη, για τα δικά του οικονομικά συμφέροντα, παρά για να σε προσεταιριστεί σε ένα πλαίσιο, ας πούμε, σφαίρας επιρροής. Αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία για τον εξής πολύ απλό λόγο. Δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή δυστυχώς, ένα παράδειγμα άσκησης μη καπιταλιστικής νεοφιλελεύθερης πολιτικής σε παγκόσμιο επίπεδο μέσα στο οποίο εσύ θα πήγαινες και θα έλεγες, τελειώνω με εσάς, κάνω μια επιλογή άλλου νομίσματος ή εθνικής ανασύνταξης, και μπαίνω σε ένα άλλο μπλοκ γιατί αυτό το μπλοκ μου πάει καλύτερα. Είναι ο αραβικός κόσμος και μια μεσογειακή ένωση, είναι η σφαίρα της ανατολικής επιρροής της Ρωσίας, είναι το Αμερικανικό σύστημα….δεν υπάρχει κάτι τέτοιο. Όλα τα υποσυστήματα είναι νεοφιλελεύθερα και ακραία καπιταλιστικά. Τείνουν δε πολύ πιο εύκολα σε σχέση με τις αντιφάσεις της ΕΕ στην πολιτική της εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης με όρους «απόλυτης υπεραξίας». Άρα αυτή η ιστορία περί εθνικού νομίσματος ίσως είναι η μεγαλύτερη πολιτική υπεκφυγή που έχει ακουστεί ποτέ στην Ελλάδα. Και είναι το σχέδιο του Σόιμπλε και των ακραίων συντηρητικών δυνάμεων, γιατί ακριβώς αυτό θέλουν. Θέλουν τη διάσπαση της Ευρωζώνης γιατί αυτοί μιλούν από πλεονεκτική θέση, και την δημιουργία μιας Ευρώπης πολλών ταχυτήτων, όπου θα απαλλαγούν από ελλειμματικές χώρες αφού πρώτα τις καταληστέψουν, χώρες όπως η Ελλάδα, η Ιταλία, η Ισπανία, και τις οποίες θα περιθωριοποιήσουν δίνοντας τους ανθρωπιστική βοήθεια. Γιατί αυτό θα γινόταν σε αυτές τις συνθήκες, και για πολλά χρόνια ακόμα.

Παρακολουθώ το συλλογισμό του Κ. Λαπαβίτσα που λέει ότι τα δύσκολα χρόνια θα είναι τα πρώτα δύο και ότι μετά θα υπάρχει ανάκαμψη, και πραγματικά δεν έχω ακούσει πιο ριψοκίνδυνα απολίτικη παρατήρηση. Πρώτα-πρώτα, γιατί για δύο χρόνια και όχι για τρία ή για περισσότερα; Ποιος το καθορίζει αυτό; Δεύτερον, σε ποιον παγκόσμιο συσχετισμό δύναμης; Το ότι θα έχεις ένα εθνικό νόμισμα σε απαλλάσσει από την εξάρτηση των αγορών; Τρίτο, υπάρχει ο παράγων του πολιτικού χρόνου….ας δεχτούμε ότι πάμε σε ένα εθνικό νόμισμα και ότι θα περάσουμε πολύ άσχημα για δύο ή τρία χρόνια αλλά μετά θα υπάρξει ανάκαμψη. Και ποιος διαβεβαιώνει ότι θα έχεις τον πολιτικό χρόνο να το κάνεις αυτό; Υπάρχει περίπτωση μια τέτοια κυβέρνηση, και μάλιστα κυβέρνηση της Αριστεράς, να αφεθεί σε κλίμα πολιτικής και κοινωνικής ηρεμίας να σχεδιάσει αυτήν τη διαχείριση; Με ποιες κοινωνικές συμμαχίες; Με ποιες πολιτικές συμμαχίες; Χωρίς κοινωνικές εντάσεις, διαδηλώσεις, χωρίς κατσαρόλες, χωρίς εξεγέρσεις, χωρίς πραξικοπήματα, και με δεδομένο το πλαίσιο εξάρτησης; Δεν υπάρχει πιο πρόχειρη προσέγγιση σε σχέση με τα συμφέροντα των λαϊκών τάξεων. Και το τελευταίο, αυτό δεν είναι αριστερή πολιτική για τον πολύ απλό λόγο ότι οι κομμουνιστές, οι μαρξιστές, οι αριστεροί ενδιαφέρονται για το κράτος, όχι για το νόμισμα. Αν το βάρος δηλαδή ήταν στο κράτος και στην δημοκρατία θα υπήρχε περισσότερο έδαφος συμφωνίας. Αλλά τότε βεβαίως δεν θα χρειαζόταν η διάσπαση του Σύριζα.

* Ο Χ. Βερναρδάκης είναι Επίκουρος Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ και ήταν Αναπληρωτής Υπουργός για θέματα Διοικητικής Μεταρρύθμισης στην κυβέρνηση Σύριζα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου